(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Σαμ: Γιατί έχεις πάντα μαζί σου κυάλια;
Σούζι: Με βοηθάνε να φέρνω τα πράγματα κοντά μου, ακόμα κι ό,τι δεν είναι πολύ μακριά στην πραγματικότητα. Προσποιούμαι έτσι πως έχω μια μαγική δύναμη.
Σαμ: Μα αυτό είναι η ποίηση!

 

1.

Σήμερα ρίχνουμε μια ματιά από τον φεγγίτη αυτού του μικρού βιβλιοπωλείου, ανήκει στον κύριο Έντουαρντ Λίβινγκστον, μακρινό συγγενή του σκωτσέζου Ντέιβιντ Λίβινγκστον, που ήταν γιατρός, εξερευνητής και ιεραπόστολος, αγωνίστηκε κατά της δουλείας και ανακάλυψε τους καταρράκτες Βικτόρια, συγγενής σίγουρα (λέω εγώ) και του διάσημου απόκληρου γλάρου Ιωνάθαν Λίβινγκστον, αποκλείω να είναι απλή συνωνυμία. 

Στο βιβλιοπωλείο ζουν ακόμα: Ο μικρός Όλιβερ Τουίστ, καθημερινά μέχρι να έρθει να τον πάρει η γιάπισσα μαμά του, η αρχαιολόγος και πλέον υπάλληλος Άγκνες, ένας πελάτης που έχει καταλάβει την πολυθρόνα του μαγαζιού, ο αστυνομικός που ερευνά την εξαφάνιση ενός σπάνιου τόμου, και η μνηστή του κύριου Έντουαρντ, Σιμόν, εκδότρια η ίδια ενός μικρού οίκου, που δεν της φτάνουν τα χρήματά της να αγοράσει μια ωραία τσάντα που έχει βάλει στο μάτι. «Δεν ασχολούμαστε με τα βιβλία για να βγάλουμε λεφτά» της λέει ο κύριος Λίβινγκστον, «τα βιβλία δεν είναι επιχείρηση, είναι η ζωή μας. Από πότε το να ζεις αφήνει κέρδη;» και η τσάντα παραμένει στη βιτρίνα της.

Αποδεδειγμένα, όταν κάποιος πατήσει στο βιβλιοπωλείο αυτό – ή έστω διαβάσει το βιβλίο με τον σαφή τίτλο Βιβλιοπωλείο των μικρών θαυμάτων – αρχίζει μια νέα σχέση με τα θαύματα. Αν έχει πυρετό, ας κρύψει τα ντεπόν στο συρτάρι, αν θέλει καφέ από το μαγαζάκι στη γωνία ας είναι προετοιμασμένος για τον πιο νόστιμο καπουτσίνο του κόσμου, κι επίσης ας έχει έτοιμη μια βαλίτσα γιατί μπορεί να πεταχτεί παντού, μέχρι και στην Ινδία. (Με το τρένο του Γουες Άντερσον φυσικά.) Το Βιβλιοπωλείο των μικρών θαυμάτων πάει πολύ με κέικ καρότο, πάει με μαλακά μαξιλάρια, και μουσικές που βάζεις εσύ τα λόγια, συστήνεται όμως μόνο σε όσους αγαπούν το ιδιότροπο χιούμορ και τους ανθρώπους με ιδιότροπο χιούμορ. Από τη στιγμή που το αρχίζεις ως τη στιγμή που το τελειώνεις, θα βγουν κούνελοι από καπέλα, θα βρεις ένα δίευρο πίσω από το αυτί σου, και θα πετάξεις με τον Πίτερ Παν πάνω από το Λονδίνο.

2.

Ήταν λέει ένα τεράστιο παράνομο πλοίο και ένα ελικόπτερο που πετούσε χαμηλά για να τρομάζει τις φάλαινες, που τα ‘χαναν οι καημένες και μαζεύονταν σ’ ένα στενό κύκλο στην επιφάνεια. Τότε τις πυροβολούσαν και το πλοίο τις μάζευε. Έτσι κυνηγούσαν οι αλήτες τις φάλαινες στο Μεγάλο Όρμο, κάτω στην Παταγονία. Χιλιάνικο μέρος ή αργεντίνικο, ρωτήστε τις φώκιες, τους κορμοράνους και τους πιγκουίνους, εγώ δεν ξέρω να σας πω. Η εθνικότητα είναι ένα μαντίλι που το σκεφτήκανε για να σκουπίζουν οι καραβανάδες τα σάλια τους, λέει ο Λουίς Σεπούλβεδα κάπου.

Εκεί λοιπόν, στον τόπο που ο Δαρβίνος είπε πως βρήκε μόνο θλιβερές ερημιές μην καταλαβαίνοντας τίποτα απ’ ό,τι έβλεπε, εκεί ο Πέδρο από τη φυλή Αλακαλούφε, βλέποντας τη σφαγή, μπήκε με τη βάρκα του ανάμεσα στο φαλαινοθηρικό και τις φάλαινες, όχι για να θυσιαστεί, μα γιατί ήξερε πως, όταν του επιτεθεί το φαλαινοθηρικό, οι φάλαινες θα τρέξουν να τον βοηθήσουν, γιατί είναι ζώα πονόψυχα που δεν ξέρουν να αμύνονται αλλά ξέρουν να βοηθάνε. Κι έτσι έγινε, και το φαλαινοθηρικό επιτέθηκε στη βάρκα του Πέδρο και τότε οι πληγωμένες φάλαινες και τα δελφίνια έσπρωξαν απαλά τη βάρκα παραπέρα και μετά έπεσαν με δύναμη πάνω στο φαλαινοθηρικό, δυό, τρεις, πολλές φορές, το ‘φεραν κοντά στις ξέρες και το ανάγκασαν να φύγει. “Γεννήθηκα στη θάλασσα και ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που δεν παίρνουν εξήγηση. Απλώς γίνονται, τίποτε άλλο”, είπε μετά ο Πέδρο.

3.

“Όλα σχεδόν τα καλύτερα και τα πολυτιμότερα πράγματα στο σύμπαν μπορείτε να τα προμηθευτείτε με μισή πένα. Εξαιρούνται, φυσικά, ο ήλιος, το φεγγάρι, η γη, οι άνθρωποι, τα αστέρια, οι καταιγίδες και άλλες παρόμοιες μηδαμινότητες. Αυτές μπορείτε να τις προμηθευτείτε δωρεάν.” Με τέτοιες σκέψεις ξεκίνησε τον νυχτερινό περίπατό του ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον μέχρι που κόλλησε τη μύτη του στα τζάμι ενός πολύ μικρού, μισοσκότεινου καταστήματος παιχνιδιών, σ’ έναν γκρίζο και στενό δρόμο. Μα, όσο αδύναμος κι αν ήταν ο φωτισμός, εκείνο το τετράγωνο ήταν πλημμυρισμένο με όλα τα χρώματα!! Τα παιχνίδια των φτωχών έμοιαζαν με τα παιδιά που τα αγοράζουν, ήταν βρόμικα αλλά λαμπερά. “Προσωπικά”, είπε ο κύριος Τσέστερτον, “προτιμώ τη λαμπρότητα από την καθαριότητα, συγχωρήστε με, είμαι δημοκράτης, αν και γνωρίζω ότι στο σύγχρονο κόσμο θεωρούμαι παρωχημένος”. 

Καταλαβαίνετε βέβαια ότι ο κύριος Τσέστερτον δεν κρατήθηκε, μπήκε στο κατάστημα και διάλεξε μερικά ξύλινα στρατιωτάκια. Ο έμπορος ήταν ένας τσακισμένος άντρας σε βαθύ γήρας, και, όταν ο πελάτης του τού έδωσε τα χρήματα για τα στρατιωτάκια, παραξενεύτηκε και τα έσπρωξε. “Όχι, όχι” είπε “ποτέ δεν δέχτηκα χρήματα, ποτέ, είμαστε της παλιάς σχολής εδώ”. “Το να μη δέχεστε χρήματα, εμένα μου φαίνεται εξαιρετικά καινούργια μόδα” εντέτεινε ο κύριος Τσέστερτον, και αυτή η λίγο παράδοξη συζήτηση συνεχίστηκε, μέχρι να συνειδητοποιήσει ο πελάτης πως μιλάει με… τον Άγιο Βασίλη αυτοπροσώπως. Έναν παραπονιάρη Άγιο Βασίλη, στενοχωρημένο που οι άνθρωποι τον αμφισβητούν ισχυριζόμενοι πως τους παραπλανεί με δεισιδαιμονίες. Πάνω εκεί στα παράπονα, και ενώ ο κύριος Τσέστερτον δεν έβρισκε πολλά παρηγορητικά λόγια να πει, μέσα στο παιχνιδοπωλείο βρέθηκαν να παρηγορούν ο Κάρολος Ντίκενς, ο ποιητής Μπεν Τζόνσον και ο Ρομπεν των Δασών!! Ίσως φαίνεται λίγο υπερβολικό μα συνέβη έτσι ακριβώς!

Και αυτό το μουντό και βρόμικο μικρό κατάστημα παιχνιδιών με την αλλόκοτη ατμόσφαιρα, σαν να χώρεσε μέσα του όλη τη λαμπρότητα – και όχι την καθαρότητα – της ανθρωπότητας! Εκείνης της ανθρωπότητας που είναι πάντα έτοιμη να δρασκελίσει τα όρια: να χαρίσει πράγματα χωρίς αντάλλαγμα, να καβαλήσει ένα όνειρο, να κάνει σκασιαρχείο σε μια παραλία, να χαζέψει τον ουρανό από το φεγγίτη ενός μικρού βιβλιοπωλείου. 

—————————————————

 

Διαβάστε

  1. Το βιβλιοπωλείο των μικρών θαυμάτων, Μόνικα Γκιουτέρεθ, Μτφρ. Τ. Καβουλάρη, Εκδ. Μεταίχμιο
  2. Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον, Ρίτσαρντ Μπαχ, Εκδ. Διόπτρα
  3. Ο κόσμος του τέλους του κόσμου, Λουίς Σεπούλβεδα, Μτφρ. Ε. Χαράτση, Εκδ. Opera
  4. Το μαγαζί των φαντασμάτων, Γκ. Κ. Τσέστερτον, Μτφρ. Π. Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα 

Δείτε τους πίνακες που ενέπνευσαν τον Ed Wheeler να στριμώξει έναν Αϊβασίλη (τον εαυτό του!) παντού:

Michelangelo’s The Creation of Adams
Vincent van Gogh’s The Starry Night
Leonardo da Vinci’s Vitruvian Man
Henri de Toulouse-Lautrec’s At the Moulin Rouge, The Dance
Sandro Botticelli’s Birth of Venus
Claude Monet’s Bridge over the Pond of Lilies
Henri Rousseau, The dream
Johannes Vermeer’s The Art of Painting

Δείτε την ταινία Moonrise kingdom του Γουες Άντερσον, απ’ όπου ο διάλογος της αρχης αυτού του άρθρου, αλλά και αυτό το δεκάλεπτο φελινικό ταινιάκι του ίδιου σκηνοθέτη, μια μυθική ιστορία κι αυτό:

Extra πηγές

https://www.theguardian.com/film/2012/may/24/moonrise-kingdom-review

https://www-rogerebert-com.translate.goog/reviews/moonrise-kingdom-2012?_x_tr_sl=en&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp

Ed Wheeler’s Santa Classics: Santa Claus and Masterpieces