(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Ερ. Αγαπητέ κ. Φελίνι, λέγαμε σε μια παρέα τις προάλλες πως δεν υπάρχει ένα αλλά πολλά σύμπαντα, δέκα εις την πεντακοσιοστή, είπε κάποιος φυσικός της παρέας, εγώ όμως χαμογέλασα από μέσα μου γιατί σκέφτηκα «δέκα εις την πεντακοσιοστή συν ένα: το σύμπαν του Φεντερίκο Φελίνι». (χαμογελάει) Πώς τα καταφέρατε να φτιάξετε με απλά γήινα υλικά το δικό σας μοναδικό σύμπαν;

Απ. Εγώ ταινίες φτιάχνω. (χαμογελάει) Όμως ξέρεις ο καλλιτέχνης είναι αυτός ο τύπος που τον καλεί ένας δαίμονας κι αυτός απαντάει στο κάλεσμα αυτό, και τότε όντως εκτινάσσεται σ’ ένα είδος γαλαξία, νεφελώδους σχήματος, με τον οποίο διατηρεί ειδική σχέση, μυστική και μη συνειδητή. Το πρόβλημα είναι να αναγνωρίσει τους ήχους, τα χρώματα, τα σημεία που ανταποκρίνονται στη φωνή που τον κάλεσε. Έτσι και λυθεί αυτό το πρόβλημα, απλώς εκτελεί, σαν μέντιουμ… Κινείται με τη λεπτότητα φαντάσματος, χωρίς ιδέες, χωρίς ιδεολογίες, χωρίς προκαταλήψεις, διαφορετικά όλα αυτά τα δηλητηριάζεις. 

Ερ. Δεν σας βλέπω και πολύ να εκτελείτε σαν μέντιουμ στις ταινίες σας (γέλιο), φέρουν όλες ένα φελινικό στίγμα που μοιάζει πολύ συνειδητό, και παρότι έχετε πολλές φορές πει ότι οι ταινίες σας είναι “χωρίς ιδέες και χωρίς ιδεολογίες”, για να μην δηλητηριαστούν ή για να μη μειωθούν από κάποιον χαρακτηρισμό τους ως πολιτικές, εκεί που πάμε να σας πιστέψουμε πάτε και κάνετε την “Πρόβα Ορχήστρας”, μια ταινία εξέγερσης, σαν Μάης του 68 ενάντια στο μαέστρο, σαν μια πολιτική παραβολή.

Απ.  Δεν ξέρω αν μπορούμε να δούμε την ταινία σαν παραβολή. Ίσως σαν κρίση όλης της κοινωνίας. Ή της οικογένειας, αν θέλετε, αφού η σπουδαιότερη κοινωνική ομάδα της χώρας μας είναι η οικογένεια, ή οι δύο οικογένειες, η νόμιμη και η παράνομη. (γέλια) Ίσως πράγματι με την “Πρόβα Ορχήστρας” προσπάθησα να προκαλέσω ένα σοκ απέναντι σε ένα πράγμα: Ότι μας περιμένουν αναπόφευκτες κοινωνικές αναταραχές και αυτό απορρέει από το ότι ζούμε σε μια κοινωνία με τρομακτικές αδικίες, εγωισμούς τόσο βαθιά ριζωμένους που καταντάνε ασυνείδητοι, με πολλαπλές ανισορροπίες.

Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουμε κανένα κοινωνικό αίσθημα, δεν σκοτιστήκαμε ποτέ να καλλιεργήσουμε την προσωπική μας ζωή, την ηθική μας. Πάντοτε πρέπει οι άλλοι να είναι τίμιοι, αλτρουιστές, υπεύθυνοι. Αλλά εγώ δεν έχω κανένα φάρμακο να προτείνω. Δεν έχω παρά να συμβουλέψω περίσκεψη. Περίσκεψη βαθιά μέσα στον καθένα μας, σε προσωπικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση όμως, κάθε κλαδική ερμηνεία της ταινίας θα της κάνει κακό και δεν το θέλω.

Ερ. Ο Βολταίρος είχε πει πως η πολιτική είναι η πρώτη των τεχνών… Βέβαια συμπλήρωνε πως είναι και η τελευταία των επαγγελμάτων (γέλια) οπότε μάλλον καλώς αποφεύγετε την κλαδική ερμηνεία των ταινιών σας… 

Απ. Κοιτάξτε, εγώ απλώς δουλεύω πολύ, εξασκώντας το επάγγελμα μου, τη σκηνοθεσία. Η δουλειά με βοηθάει να τραβάω μπροστά, ταυτόχρονα με αποκόπτει από τα γεγονότα, παρόλα αυτά κοιτάζω τους τίτλους των εφημερίδων, δεν είμαι αδιάφορος. Και διαπιστώνω ακόμα κι από κει, πως απλώνεται μια παράλογη καρτερικότητα για ό,τι το ανώμαλο, το έξαλλο, το τερατώδες. Η πιο ανησυχητική πλευρά αυτής της κατάστασης είναι η άνευ ορίων δυνατότητα μας να τα καταπίνουμε όλα.  Εγώ φτιάχνω μύθους και οι μύθοι είναι προστατευτικοί σε όλο αυτό, αλλά θα πρέπει και να ενηλικιωθούμε.

Ερ. Μια εντελώς ενήλικη ταινία σας είναι ο “Καζανόβας”. Αλλά οι κριτικές που πήρε ήταν: «φετιχιστική, αντιφεμινιστική, φεμινιστική, εκνευριστική, έλος με θολά νερά, εναντίον της ζωής, με πήρε ο ύπνος». (γέλια). Κόντρα σε κάθε μύθο, φτιάξατε έναν Καζανόβα φαλακρό, λίγο βρωμιάρη, αντιπαθητικό, και περιμένατε τι;

Απ. Εγώ δεν περίμενα κάτι, δεν είχα στόχους, έκανα απλώς μια ταινία. Το κοινό περίμενε. Περίμενε πως θα απομυθοποιούσα τον Καζανόβα αλλά μόνο ως ένα σημείο, ξέρετε, να κακολογήσουμε, αλλά να ‘χουμε και όρια, κυρίως όταν μιλάμε για το εθνικό φαλλικό μας σύμβολο! (γέλια) Όμως εγώ αν ξαναέκανα τον “Καζανόβα”, ακριβώς ίδιο θα τον έκανα. Ίσως έλπιζα ότι οι κριτικοί θα εκτιμούσαν την προσπάθεια απελευθέρωσης από ένα πρόσωπο τόσο αηδιαστικό όσο και άχρηστο, ένα σύμβολο της παλιάς τάξης, τέλειο καθρέφτη του στερημένου και γεμάτου απωθημένα ιταλού. Πριν την ταινία, επέβαλα στον εαυτό μου την ανάγνωση των  Απομνημονευμάτων του Καζανόβα, πιο ανιαρά κι από τηλεφωνικό κατάλογο. Ε, σας λέω τώρα πως το κοινό δεν ήξερε και δεν ξέρει τίποτα για τον Καζανόβα αλλά περίμενε να δει στην ταινία κάτι που είχε στο μυαλό του, μια πεποίθηση. Δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτα πιο δύσκολο ν’ αλλάξεις από το τίποτα, τίποτα πιο αδύνατο να μεταλλάξεις από το συγκεχυμένο. Σε ό,τι με αφορά, αποζημιώθηκα για τις αρνητικές κριτικές του “Καζανόβα” από τον Ζορζ Σιμενόν που μου εξομολογήθηκε ότι έκλαψε όταν είδε το έργο. Ήταν, είπε, σαν την καταραμένη ποίηση του Μποντλέρ, του Πόε, του Βαν Γκογκ.

Ερ. Είναι ποιητικές όλες οι ταινίες σας κ.Φελίνι, είναι ονειρικές! Θυμάμαι όποτε έβλεπα τη “Φωνή του Φεγγαριού”, και την είδα πολλές φορές, (γέλια) ένιωθα πως έχει οπτικοποιηθεί ένα ποιητικό γεγονός που εμείς ως θεατές οφείλαμε μόνο να το νιώσουμε, τίποτε άλλο. Μετά διάβασα πως μία πηγή έμπνευσής σας για αυτή την ταινία ήταν το μυθιστόρημα του Ερμάνο Καβατσόνι Το ποίημα των τρελών. Είστε ποιητής λοιπόν;

Απ. Πιστεύω στ’ αλήθεια πως είμαι απλά ένας κλόουν. (γέλια) Μη γελάτε. Οι κλόουν είναι οι πρώτοι και πιο παλιοί αμφισβητίες, και είναι μεγάλο κρίμα που είναι καταδικασμένοι να εξαφανιστούν κάτω από την πίεση του τεχνολογικού πολιτισμού. Δεν είναι μόνο ένας γοητευτικός μικρόκοσμος που χάνεται μαζί τους, αλλά μια εμπειρία ζωής, μια άποψη του κόσμου.

Όσο για τη “Φωνή του Φεγγαριού”, πράγματι το μυθιστόρημα του Καβατσόνι με γοήτευσε με την ανήσυχη πρωτοτυπία του, και ξανάφερε στο νου μου τον μαγικό παγανιστικό κόσμο στο χωριό της γιαγιάς μου, την τεράστια σιωπή που βασιλεύει στα χωράφια το μεσημέρι, την ελληνική μυθολογία, ως και τον Πινόκιο. Δεν ξέρω αν υπάρχουν όλες αυτές οι ονειροφαντασίες και αυτά τα πρόσωπα στη “Φωνή του φεγγαριού”, σίγουρα όμως έθρεψαν την ταινία κάποιοι απόηχοι τους…  

Όλα αυτά, μάλλον ασυνείδητα. Γιατί εγώ ήθελα απλώς να προκαλέσω γέλιο. Πάντα αυτή ήταν η επιδίωξη. Στο δημοτικό είχα ένα δάσκαλο, έναν χοντρό, ψηλό, μουστακαλή, με τσάκωσε να τον μιμούμαι, με άρπαξε από το σβέρκο και κρατώντας με σαν γατί, μετέωρο, φώναξε: «για να δούμε τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον παλιάτσο». Κατουρήθηκα από τη χαρά μου που άξιζα τέτοιον θαυμαστό χαρακτηρισμό! (γέλια) Βλέπετε; Ήξερα από παιδί τι είμαι. (γέλια) Δώδεκα χρονών το έσκασα από το σπίτι για να ακολουθήσω ένα τσίρκο!

Ερ. Σας γύρισαν πίσω όμως, ευτυχώς για μας, και πέντε χρόνια μετά φύγατε από το Ρίμινι για τη Ρώμη, τη μεγάλη πόλη, όπου δεν γίνατε κλόουν αλλά συν-σεναριογράφος στην ταινία “Ρώμη, Ανοχύρωτη πόλη” του Ρομπέρτο Ροσελίνι, κι έτσι άρχισαν όλα, σωστά; (γνέφει καταφατικά, με κάποια νοσταλγία) Ξεκινήσατε από την ταινία – σύμβολο του νεορεαλισμού, όμως λένε πως με μια δική σας ταινία, την “Ντόλτσε Βίτα”, ο νεορεαλισμός πέθανε, πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Απ. Θα προτιμούσα να μιλήσω για εξέλιξη, παρά για θάνατο. Είναι γνωστό πως για μένα ο νεορεαλισμός ταυτίζεται κυρίως με τον μετρ του κινηματογράφου, τον Ρομπέρτο Ροσελίνι, και ήταν ένα αυθόρμητο κίνημα, ένας τρόπος θέασης της πραγματικότητας με μάτια ελεύθερα, χωρίς αυταπάτες, ήταν μια συνειδητοποίηση του κόσμου. Και ήταν πάλι με ταινία του Ροσελίνι, τον “Άγιο Φραγκίσκο” το 1950, που τα πράγματα άλλαξαν και το βλέμμα στράφηκε στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Βλέπετε, ο νεορεαλισμός είχε νόημα όταν ξεπηδούσε κατευθείαν από τη ζωή, αλλά η ζωή συνεχώς μεταλλάσσεται. Η “Ντόλτσε Βίτα” πάντως έγινε δέκα χρόνια μετά. 

Ερ. Είναι αλήθεια πως όταν σας ζήτησε ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι το σενάριο της “Ντόλτσε Βίτα” του δώσατε ένα ντοσιέ που είχε μέσα ένα πρόστυχο σκίτσο και μόνο αυτό; (γελάει)

Απ. Εντάξει, παραλλάσσουμε διαρκώς την εκδοχή των γεγονότων για να αποφύγουμε το βούλιαγμα στην πλήξη… Ερ. Δηλαδή δεν είναι αληθινή ιστορία; Απ. Είναι αληθινή ιστορία. (γέλια) Το σκίτσο παρίστανε έναν άντρα με πολύ μακρύ  πέος και κάτι ψάρια που σπαρταρούσαν κι άλλα πολλά… Ο Μαρτσέλο έμεινε ξερός, νόμισε πως θέλαμε να τον κοροϊδέψουμε. Κάθε άλλο όμως. Ο Ένιο* κι εγώ κάναμε συνεχώς πλάκες. Κάναμε τότε μια βόλτα με τον Μαρτσέλο στη Ρώμη και στα περίχωρα αναπτύχθηκε μια σχέση μεταξύ μας φιλική, εμπιστοσύνης, πάει το σκίτσο, ξεχάστηκε. Όταν παίχτηκε η ταινία, ένα βράδυ τρέχαμε οι δυό μας να γλιτώσουμε το λιντσάρισμα. Εμένα μ’ έφτυσε ένας θεατής στο πρόσωπο, τον Μαρτσέλο τον φώναζαν τιποτένιο, άσωτο, κομμουνιστή. (γέλια) Ένα περιοδικό ξαναβάφτισε την ταινία: από Dolce Vita, έγινε Schifossa Vita (Αηδιαστική Ζωή). (γέλια)

Ερ.  Και μετά ήρθε το “Οχτώμιση”, σπουδαίες κριτικές, συζητήσεις, συγκρίσεις με Μπέργκμαν, με το “Μάριενμπαντ” του Ρενέ, αναλύσεις με βάση τον Οδυσσέα του Τζόις, τον Προυστ, τον Σαρτρ… τι λέτε για όλα αυτά;

Απ. Ούτε τον Οδυσσέα είχα διαβάσει ούτε το Μάριενμπαντ είχα δει. (γέλια) Αυτό που μπορώ να πω για το “Οχτώμιση” είναι πως το θεωρώ ένα φιλμ ειλικρινές σε βαθμό αναίδειας, και ίσως εκνευριστικό. Αλλά ταυτόχρονα μια ταινία κωμική και διασκεδαστική. Όταν τέλειωσε το γύρισμα, όλοι νιώσαμε δυστυχισμένοι. Νομίζω πως το “Οχτώμιση” ήταν μια απελευθερωτική ταινία, για μας και για το κοινό, έλπιζα και ελπίζω, γιατί στο τέλος ο πρωταγωνιστής αναγνωρίζει ότι οι φόβοι του, τα συμπλέγματα του, οι αγωνίες του, είναι ταυτόχρονα και τα πλούτη του.

Ερ. Δέκα χρόνια μετά τη σκηνή της απελευθερωτικής παρέλασης του “Οχτώμιση”, και με φοβερές ενδιάμεσες ταινίες βεβαίως, σε μία εκ των οποίων (σ.σ. στο Roma) βλέπουμε και επίδειξη μόδας για καρδινάλιους, (γέλια) γυρίσατε το σκληρό κατά τη γνώμη μου “Άμαρκορντ”, μια πολύ διαφορετική ταινία απ’ όλες σας, έτσι το νιώθω, αλλά δεν εντοπίζω με σιγουριά πού έγκειται αυτή η σημαντική διαφοροποίηση…

Απ. Το “Άμαρκορντ” είναι μια ταινία άρνησης, ενοχλητική. Την έδειξα στον Πρόεδρο Λεόνε μέσα στο προεδρικό μέγαρο, κι ένιωθα δύσκολα, σχεδόν απρεπής, να δείχνω σε μια αίθουσα που τη φρουρούσαν φύλακες με μεγάλες στολές, μια Ιταλία τόσο φτωχή, τόσο άθλια, τόσο αμόρφωτη. Ενώ δείχνει όμως την ίδια την όψη του φασισμού, το ίδιο το πορτρέτο της ιταλικής κοινωνίας της εποχής, έχει άμεση σχέση με την πραγματικότητα των ημερών μας, δεδομένου ότι δείχνει μια αναπαραγωγή, λιγότερο αφελή, λιγότερο βλακώδη, αλλά πιο επικίνδυνη, του ίδιου αυτού τύπου κοινωνίας.

Βλέπετε, ο φασισμός είναι μια απειλητική σκιά που δεν στέκεται ακίνητη πίσω από την πλάτη μας, αλλά συχνά εξαπλώνεται μπροστά μας και προχωράει  πριν από μας. Ο φασισμός καραδοκεί πάντα μέσα μας. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μιας αγωγής που βάζει το άτομο σε κατάσταση κατωτερότητας και του στερεί κάθε έννοια υπευθυνότητας για να το εγκλωβίσει σε μια ανωριμότητα αορίστου διαρκείας. Ιστορώντας τη ζωή ενός χωριού στο Άμαρκορντ ιστορώ τη ζωή ενός κράτους, τους δείχνω ό,τι φανατικό, επαρχιώτικο, καθυστερημένο, γελοίο και ταπεινωτικό ενυπάρχει στο φασισμό και στην κοινωνία αυτή.

Ερ. Επιβεβαιώνω σιγά σιγά πως σας ενδιαφέρουν τα πολιτικά πράγματα, με τη βαθιά, την όμορφή τους έννοια, αυτή που νοιάζεται για τον άνθρωπο, για το σπίτι του διπλανού, για την ελευθερία που θα ‘ρθει μέσα από την υπευθυνότητα… απλώς δεν ασχολείστε με την πολιτική, «άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική» έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ. (χαμογελάει). Κύριε Φελίνι, πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι, πώς βρήκατε τον κινηματογράφο, ή πώς σας βρήκε, δεν ξέρω ποια ερώτηση είναι η πιο σωστή.

Απ. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα γίνω σεναριογράφος και σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Εμένα με γοήτευε η προσωπικότητα του ζωγράφου και υπήρξαν στιγμές στα νεανικά μου χρόνια που σκέφτηκα σοβαρά να γίνω ζωγράφος. Τα πράγματα πήραν άλλη τροπή, αλλά δε σταμάτησα ποτέ να σχεδιάζω, ξέρετε, να γεμίζω το χαρτί με σκιτσάκια κάθε είδους. Το 1937 μάλιστα ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου Φούλγκορ στο Ρίμινι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, μου παρήγγειλε μια σειρά σκίτσα ηθοποιών και σταρ της εποχής, για να τραβάει κόσμο. Κυρίως αμερικανοί ηθοποιοί ήταν. Σε αυτόν τον κινηματογράφο είχα δει και την πρώτη μου ταινία, ήταν “Ο μασίστας στην κόλαση”. Με κρατούσε ο πατέρας μου αγκαλιά, η αίθουσα ήταν γεμάτη και τίγκα στον καπνό. Εντυπωσιάστηκα τόσο που στη συνέχεια προσπάθησα πολλές φορές να γυρίσω αυτό το φιλμ.

Την εποχή εκείνη ο κινηματογράφος ήταν ιεροτελεστία, το να πας σινεμά ήταν σαν να πήγαινες στην εκκλησία, παρότι στην εκκλησία δεν είχε αυτή την καυτή και όλο καπνό ατμόσφαιρα. Στην εκκλησία υπήρχε ο παπάς που απειλούσε τους αμαρτωλούς με το πυρ το εξώτερο, ενώ στον κινηματογράφο υπήρχε η Μαίη Γουεστ που κι αυτή απειλούσε για κάτι, αλλά λιγότερο ανησυχητικό. (γέλια). Δεν κατάφερα να βάλω τη Μαίη Γουεστ σε καμία ταινία μου, ούτε να ξαναγυρίσω το “Μασίστα”.

Το Ρίμινι όμως μπήκε στους “Κλόουν”, στους “Βιτελόνι”, στο “Λα Στράντα”, ακόμα και σε ταινίες που δεν έχουν καμία σχέση με τη γενέτειρα μου, “Σατυρικόν”, “Και το πλοίο φεύγει”…  όπου υπάρχει πάντοτε σαν φόντο η θάλασσα, μια γαλάζια γραμμή απ’ όπου μπορούν να έρθουν καράβια κουρσάρικα, τούρκικα, αμερικανικά πολεμικά με τον Φρεντ και την Τζίντζερ να χορεύουν κάτω απ’ τα κανόνια.

Ερ. Γυρίσατε κάποια ταινία στο Ρίμινι;

Απ. Όχι, καμία, ούτε καν το “Άμαρκορντ”. Για να εκφράσεις ένα πράγμα πιστό στις συγκινήσεις και τα συναισθήματα που προκάλεσε, χρειάζεσαι ήχους, φώτα, υπαινιγμούς, χρώματα, που μπορούν να αναπαραχθούν μόνο μέσα σε ένα εργαστήρι της αλχημείας, που για μένα ήταν το Στούντιο 5 της Τσινετσιτά. Εκεί τα δημιούργησα σχεδόν όλα, ακόμα και “Το πλοίο φεύγει”. Το γύρισα χωρίς ουρανό, χωρίς θάλασσα, χωρίς πλοία, χωρίς κανόνια. Αλλά ο θεατής βλέπει πως υπάρχει ουρανός, υπάρχει θάλασσα, γλάροι, πλοία, κανόνια. Εγώ έτσι καταλαβαίνω τον κινηματογράφο.

Προτελευταία Ερ.: Πηγαίνοντας προς το τέλος αυτής της συζήτησης, θα σας αναφέρω δύο ονόματα για να μου πείτε ό,τι θέλετε: Τζουλιέτα Μασίνα και Νίνο Ρότα.

Απ.: Ο Νίνο Ρότα… ήταν αληθινή χαρά να δουλεύεις μαζί του. Ένιωθες τόσο κοντά το χείμαρρο της έμπνευσής του που πάθαινες κάτι σαν μέθη. Εισχωρούσε τόσο απόλυτα στα πρόσωπα, στα χρώματα, στην ατμόσφαιρα των έργων μου που τα διαπότιζε με τη μουσική του. Ήταν ένας απόλυτος μουσικός. Ζούσε μέσα στη μουσική, με την ελευθερία και την ευτυχία ενός όντος που βρίσκεται στη διάσταση εκείνη που ακριβώς του χορηγήθηκε. Ήταν τέτοια η σύμπνοια μεταξύ μας που όλα κατέληγαν σε μια καταχαρούμενη σιγουριά. Η βεβαιότητα πως όλα μαζί του θα είχαν καλό τέλος δεν με εγκατέλειπε ποτέ. Όταν μου ανήγγειλαν το θάνατό του ένιωσα πως δεν πέθανε αλλά εξαφανίστηκε. Σαν ένα φάντασμα, σαν ατμός, σαν μουσικό κύμα. Ένα παράξενο αίσθημα εξαφάνισης που όμως μου το έδινε και όσο ζούσε.

Η Τζουλιέτα Μασίνα ήταν η γυναίκα του πεπρωμένου μου. Έφτασα στο σημείο να πιστεύω ότι η σχέση μας προϋπήρξε ακόμα και της ημέρας που πρωτοσυναντηθήκαμε, το 1942, στα γραφεία της ιταλικής ραδιοφωνίας. Φάγαμε μαζί στο κέντρο της Ρώμης, στην Πιάτσα Πόλι, εκεί που είχε κατοικήσει ο Γκόγκολ. Στο εστιατόριο Κασάλντι. Ένα χρόνο μετά παντρευτήκαμε. Στην τελετή των Όσκαρ που πήγαμε για το “Λα Στράντα”, ανάμεσα στις απαστράπτουσες τουαλέτες, η Τζουλιέτα φορούσε μια ζακέτα από ερμίνα πάνω από ένα τούλινο φορεματάκι, έμοιαζε σαν φτωχούλα που έπεσε από λάθος εκεί μέσα. Πολλοί νόμιζαν ότι αλήθεια την είχαμε μαζέψει από τσίρκο και την είχαμε ντύσει έτσι για την περίσταση. (γέλια) Όταν όμως πήραμε το δεύτερο Όσκαρ για τις Νύχτες της Καμπίρια, που το παρέλαβε η ίδια, της έγραψε ο Χένρι Μίλερ πως είδε, μέσα σε τρεις μέρες, δεύτερη φορά τις Νύχτες και μετά την προβολή ξέσπασε σε λυγμούς, μπροστά στους φίλους του, επί δέκα λεπτά δεν μπορούσε να σταματήσει.

Η Τζουλιέτα ήταν το είδος του ανθρώπου και του ηθοποιού που ευνοούσε και ενδυνάμωνε τη φαντασία μου. Και κάποια στιγμή ήθελα να δημιουργήσω γι’ αυτήν ένα ρόλο διαφορετικό από της Τζελσομίνα και της Καμπίρια, ρόλους που είχε η ίδια εμπνεύσει. Ήθελα να είναι μια γυναίκα σε επαφή με το υπερφυσικό, που θα ζούσε σε μια παράξενη διάσταση… Και ήρθε η ιδέα της “Ιουλιέτας των πνευμάτων”. Η ταινία αυτή γυρίστηκε στο Φρέτζενε, κι εκεί σχεδίασε η Τζουλιέτα μόνη της ένα σπίτι, το φτιάξαμε, και καλλιεργούσε ντομάτες κι έφτιαχνε μαρμελάδες και τάρτες με βύσσινο.

Τελευταία Ερ.: Κύριε Φελίνι, τι είναι ο κινηματογράφος τελικά; Και τι κάνει τόσο μοναδικό, τόσο διαφορετικό, σαν ένα καινούργιο σύμπαν, τον δικό σας κινηματογράφο;

Απ. Ο κινηματογράφος είναι τέχνη και μαζί είναι τσίρκο, μια παράγκα σαλτιμπάγκων, ένα ταξίδι πάνω σ’ ένα πλοίο των τρελών, μια περιπέτεια, μια ψευδαίσθηση, μια οφθαλμαπάτη. Είναι μια τέχνη αυτόνομη. Το πολύ να τη συνδέσεις με τη ζωγραφική, εξαιτίας του φωτός. Το φως είναι, τόσο για τον κινηματογράφο όσο και για τη ζωγραφική, η καρδιά των πάντων. Στον κινηματογράφο το φως είναι πιο σημαντικό απ’ το θέμα, το μύθο, τα πρόσωπα:  το φως είναι εκείνο που εκφράζει αυτό που ο σκηνοθέτης θέλει να πει. Ένας κριτικός έγραψε, με μειωτική πρόθεση, ότι είμαι σκηνοθέτης «εικαστικός», μα τι πιο κολακευτικό μπορούσε να μου πει; Δεν είναι τυχαίο γεγονός η βαθύτατη αγάπη που έχω για τον καλλιτέχνη που λέγεται ζωγράφος, η ζήλια μου γι’ αυτόν. Ο ζωγράφος είναι ευτυχής, γαλήνιος, με σίγουρη μακροζωία, πιο τυχερός απ’ τον ποιητή. Οι γυναίκες κι οι φίλοι του τον σέβονται, αν τον σέβονταν κι οι εφοριακοί λίγο παραπάνω, δεν θα υπήρχε τυχερότερος άνθρωπος. (γέλια)

  • Κύριε Φελίνι, σας ευχαριστώ που ταξιδέψαμε μαζί σήμερα.

[Η συνέντευξη είναι φυσικά φανταστική. Όλες οι απαντήσεις είναι παρμένες από ένα βιβλίο συνεντεύξεων του Φεντερίκο Φελίνι (βλ. Πηγές) ενώ οι ερωτήσεις είναι δικές μου, ανακατεμένα όλα έτσι ώστε να δίνουν την ψευδαίσθηση μιας πραγματικής συνέντευξης.]

Σημειώσεις

*Ένιο Φλαϊάνο, συν-σεναριογράφος της ταινίας, ηθοποιός και συγγραφέας, συχνότατος συνεργάτης του Φελίνι
**Ο Τζοβάνι Λεόνε ήταν πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός και πρόεδρος της Ιταλίας την περίοδο 1971 -1978

Πηγές

  • Βιβλίο Συζητήσεις με τον Φεντερίκο Φελίνι, του Κ. Κοσταντίνι, μτφρ. Τ. Τόλια, Εκδ. Εξάντας. Ο Κοστάντσο Κοσταντίνι γνώριζε τον Φεντερίκο Φελίνι από τη δεκαετία του 1950 και του είχε κάνει πολλές συνεντεύξεις, ενώ από το 1990 υπήρξε κάτι σαν “επίσημος” προσωπικός ρεπόρτερ του.
  • Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο, σκηνές από ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι, με την εξής σειρά: Άμαρκορντ, Πρόβα ορχήστρας, 8 1/2, La strada, Καζανόβας, Η φωνή του φεγγαριού, Ξανά Η φωνή, Κλόουν, Ντόλτσε βίτα, 8 1/2, Ξανά 8 1/2, Αμαρκορντ, ξανά Αμαρκορντ, Νύχτες της Καμπίρια, Roma, Βιτελόνι, Και το πλοίο φεύγει, La strada, Καμπίρια, Τζιντζερ και Φρεντ, La strada. 

Ακούστε