(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
425 βιβλία, μεταξύ των οποίων 136 ψυχολογικές νουβέλες. 51 διηγήματα. Πάμπολλα άρθρα, ρεπορτάζ από ταξίδια, πλήθος μελετών και συνεντεύξεων. 187 μεταφορές στον κινηματογράφο, από Ζαν Ρενουάρ και Ζαν-Πιερ Μελβίλ μέχρι Μπέλα Ταρ και Κλοντ Σαμπρόλ (και άλλους πολλούς). Μιλάμε φυσικά για τον κύριο Ζορζ Σιμενόν, τον άνθρωπο που μέσα από το ατμοσφαιρικό αστυνομικό του μυθιστόρημα ανέδειξε, χωρίς ίχνος διδακτισμού, μια βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους ακόμα κι όταν περιγράφει τις πιο σκοτεινές τους πτυχές. «Δεν υπάρχουν εγκληματίες, παρά μόνο εγκληματικές πράξεις» λέει ο Σιμενόν, και βάζει τον Μαιγκρέ να ψάχνει με έναν δικό του τρόπο τον εγκληματία, μέσα στις γειτονιές του Παρισιού και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Μα και στα βιβλία χωρίς Μαιγκρέ, ο Σιμενόν γράφει με τέτοιον τρόπο σαν να σκάβει στο μέσα των δολοφόνων αλλά και του περίγυρου τους. Δεν τους αθωώνει ποτέ, δεν τους δικαιολογεί, αλλά τους ξεψαχνίζει, νοιάζεται τόσο πολύ για το «γιατί».
«Δεν είναι τυχαίο» λέει κάπου «που η μαφία στην Αμερική γεννήθηκε μέσα στον πιο φτωχό τομέα της Νέας Υόρκης, στο Μπρούκλιν. Μέσα στο δρόμο. Με τα αλητάκια που άρχιζαν να σπάνε τα μούτρα μεταξύ τους. Όταν στα εννιά ή έντεκα χρόνια κάποιος δέχεται μαχαιριές, τι θέλετε να γίνει αργότερα;». Παρότι δεν είμαι σίγουρη ότι συμφωνώ απολύτως, καταλαβαίνω πλήρως τι θέλει να πει και αντιλαμβάνομαι μεμιάς τι είναι αυτό που τον έκανε να τροποποιήσει, αυτός πρώτος λένε οι ειδικοί, το κλασικό “whodunit” αστυνομικό μυθιστόρημα: ακόμα και σε βιβλία του που γνωρίζουμε τον δολοφόνο από την αρχή, το ενδιαφέρον δεν μειώνεται ούτε λεπτό. Στα βιβλία του Σιμενόν μας ενδιαφέρει το “why”. Ίσως ούτε καν το why. Το why λειτουργεί υπογείως, και εμάς, τους αναγνώστες δηλαδή, μας συνταράσσει η ψυχοσύνθεση του δολοφόνου αλλά και άλλων προσώπων. Όπως στο αριστουργηματικό Οι δαίμονες του πιλοποιού, μια χορογραφία για δύο, ένα νέο «έγκλημα χωρίς τιμωρία», μοναδική ανατομία της γαλλικής κοινωνίας τρία χρόνια μετά το τέλος του Β παγκόσμιου πολέμου.
Το 1929 ο Σιμενόν είχε δημιουργήσει τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, που πρωταγωνίστησε τελικά σε 83 βιβλία! Τον δημιούργησε ή τον ανακάλυψε; Στο αληθινά πρωτότυπο βιβλίο Αναμνήσεις του Μαιγκρέ, όπου ο ήρωας αφηγείται πώς γνώρισε τον συγγραφέα και πώς εξελίχτηκε η σχέση τους, γράφει ο – σε μεγάλα κέφια – Σιμενόν: «Σας έκανα πιο αληθινό κι από τη φύση σας». Ο Μαιγκρέ μένει άφωνος, σχεδόν θυμώνει, μα δεν καταφέρνει παρά να ψελλίσει κοιτάζοντας αλλού: «Ήταν ανάγκη να με απλουστεύσετε;». Όμως σ’ εμάς, τους αναγνώστες, ο Μαιγκρέ δεν είναι καθόλου απλός χαρακτήρας, ίσα ίσα. Η αστυνομική του κοσμοθεωρία είναι στον αντίποδα όσων έχουμε συνηθίσει. Λέει ο ίδιος ο Μαιγκρέ στις Αναμνήσεις:
«Εξυπακούεται ότι στεκόμαστε (σημ. δική μου: οι αστυνομικοί και οι εγκληματίες) στις δύο αντίθετες πλευρές του φράγματος. Όμως είμαστε στο ίδιο καζάνι. Η ιερόδουλη του μπουλβάρ ντε Κλισύ και ο αστυνόμος που την προσέχει φοράνε κι οι δύο παπούτσια που βρίσκονται στο ίδιο χαλί και πονάνε και των δύο τα πόδια έχοντας διανύσει χιλιόμετρα πάνω στην άσφαλτο. Αναγκάζονται να ανέχονται την ίδια βροχή, τον ίδιο παγωμένο αέρα. Το βράδυ η νύχτα έχει και για τους δύο το ίδιο χρώμα, και οι δύο βλέπουν με το ίδιο σχεδόν βλέμμα, την πλάτη του πλήθους που κυκλοφορεί.» Τι σπάνια θεώρηση από αστυνομικό!
Αυτά ο Μαιγκρέ. Και ο Σιμενόν;
Αντιγράφω λίγα βιογραφικά στοιχεία από ένα άρθρο του TheToc, δεν έχω λόγο να τα τροποποιήσω: «Ο Σιμενόν παρότι πανέξυπνος (έμαθε να διαβάζει στα τρία του χρόνια), δεν ολοκλήρωσε ούτε το πρώτο έτος του κολεγίου του. Έκανε διάφορες δουλειές, όπως φούρναρης και πωλητής βιβλίων, αλλά το 1919 προσλήφθηκε ως συντάκτης στην τοπική εφημερίδα “Gazette de Liège”, αρθρογραφώντας ως κοσμικογράφος. Εξασκώντας αυτό το επάγγελμα, άρχισε να εξοικειώνεται με τη ζωή της πόλης του, την πολιτική, την εγκληματικότητα, τις αστυνομικές έρευνες και τις τεχνικές εξιχνιάσεως εγκλημάτων που χρησιμοποιούσε η αστυνομία. Στην εφημερίδα έγραψε περίπου 150 άρθρα με το ψευδώνυμο “G. Sim”, ενώ παράλληλα έγραψε και κάπου 800 χιουμοριστικά κομμάτια με το ψευδώνυμο “Monsieur Le Coq”.
Στα 19 του μετακόμισε στο Παρίσι και αποφάσισε να ασχοληθεί με το γράψιμο. Εκεί ήρθε σε επαφή με έναν κύκλο ζωγράφων, συγγραφέων και ανθρώπων της τέχνης αλλά και με αναρχικούς κύκλους, όπως και με ανθρώπους του υποκόσμου, μεταξύ των οποίων και δύο μελλοντικοί δολοφόνοι. Δοκίμασε την μποέμικη ζωή και τον κόσμο των ναρκωτικών και του αλκοόλ. Έγραφε ασταμάτητα, τουλάχιστον 80 σελίδες την ημέρα, και συναναστρεφόταν ανθρώπους της εργατικής τάξης που γνώριζε στα μπιστρό, στα φτηνά ξενοδοχεία, στα εστιατόρια και τα μπαρ της πόλης.»
O Σιμενόν λοιπόν δεν ήταν ο ευγενικός και εγκρατής Μαιγκρέ. Aγαπούσε σε μεγάλο βαθμό τα χρήματα, τη φήμη, τις γυναίκες. Με το ιδιωτικό πλοίο που απέκτησε κάποια στιγμή ταξίδευε, εκεί έγραψε μάλιστα τον πρώτο του Μαιγκρέ, παρέα μ’ ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, με το πλοίο του έφτασε στην Πρίγκηπο να πάρει συνέντευξη από τον, καταδιωγμένο πια, Τρότσκι. Ήταν άραγε ένας μεσοαστός μπον βιβέρ ή ένα ελεύθερο πνεύμα που δεν έμπαινε σε κανένα καλούπι και δεν δεχόταν κανέναν περιορισμό; Το ένα αναιρεί το άλλο;
Ο ίδιος είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «ειρηνικό αναρχικό». Οι χαρακτήρες του, ιδιαίτερα στα «σκληρά» μυθιστορήματά του, συχνά καταπιάνονται με συναισθήματα αποξένωσης και απογοήτευσης, αντανακλώντας μια κοσμοθεωρία που ευθυγραμμίζεται με ορισμένες πτυχές της αναρχικής σκέψης. Φυσικά δεν αποτελεί στόχο αυτού του άρθρου να «τραβήξει από τα μαλλιά» κάποια πτυχή του Σιμενόν, ίσως όμως να αναδείξει για άλλη μια φορά το αγαπημένο μου πια προσωπικό «σλόγκαν», πως ο άνθρωπος συνήθως δεν είναι μόνο ένα πράγμα.
Διαβάζω πως ο κύριος Σιμενόν, ως νεαρός ρεπόρτερ στο Βέλγιο των αρχών της δεκαετίας του ’20, είχε υπογράψει διάφορα βιτριολικά, αντισημιτικά άρθρα στην εφημερίδα του. Αργότερα τα αποκήρυξε, αλλά μια υφή καχυποψίας απέναντι στους Εβραίους παρέμεινε σε κάποια γραπτά του («Οι Εβραίοι έχουν συνήθως ευαίσθητα πόδια», λέει στη γυναίκα του ο Μαιγκρέ στον Τρελό του Μπερζεράκ. «Και είναι πολύ σφιχτοί με το χρήμα»). Λένε πως είχε προβεί σε αμφιλεγόμενα σχόλια και για τους Ναζί, αλλά δεν βρήκα τίποτα σχετικό.
Αναρωτιέμαι αν κάποιος, που έχει υποστηρίξει έστω και μακρόθεν τον ναζισμό, μπορεί να γράψει ένα βιβλίο σαν Το χιόνι ήταν βρόμικο, το πιο σκληρό από τα σκληρά του, το πιο κοντινό σε Καμύ, Κάφκα και Ντοστογιέφσκι μαζί, θεωρείται κάτι σαν προάγγελος του Ξένου. Ή τον Ανθρωπάκο από το Αρχαγγέλσκ, που αποτυπώνει θαυμαστά όλο τον υπόγειο ρατσισμό απέναντι στον ρωσοεβραίο εμιγκρέ βιβλιοπώλη που πίστευε μέχρι χθες πως είναι πλήρως ενσωματωμένος στη γειτονιά του. Δεν ξέρω. Το πολυφορεμένο «η τέχνη είναι ανεξάρτητη από τον δημιουργό της» το σκέφτομαι χρόνια αλλά δεν με έχει πείσει. Δεν έχω αναπτύξει ακόμα ισχυρή επιχειρηματολογία για να ταχθώ υπέρ ή κατά. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι πως μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο διάφορες τάσεις και ιδέες, συχνά απολύτως αντιφατικές. Αν η κοινωνία είναι υγιής, οι καλές ατομικές τάσεις έχουν μεγαλύτερα ποσοστά επιτυχίας. Δεν πείθομαι πάντως πως ο Σιμενόν είχε φιλική στάση απέναντι στους Ναζί. Άλλωστε, αυτό έχει ειπωθεί για αρκετούς χωρίς να ισχύει καθόλου ενώ την ίδια ώρα αληθινοί Ναζί σουλάτσερναν, μετά την ήττα τους, στα επιστημονικά και επιχειρηματικά σαλόνια όλης της υφηλίου.
Ο ίδιος ο Σιμενόν σε συνέντευξή του στους New York Times το 1976 στον Herbert Mitgang λέει μεταξύ άλλων: «Τώρα που δεν χρειάζεται να παίζω τον ρόλο του συγγραφέα, μπορώ να μιλήσω πιο ελεύθερα. Δεν είμαι μέλος κανενός πολιτικού κόμματος. Είμαι ένας ειρηνικός αναρχικός, περισσότερο ριζοσπαστικός παρά φιλελεύθερος». Και παρακάτω: «Όλα τα προβλήματα σήμερα προκαλούνται από ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι ανώτεροι. Τους αποκαλώ φαντάσματα. Είδαμε τι μικρός άνθρωπος ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον. Οι πολιτικοί είναι απλώς μαριονέτες στα χέρια των μεγάλων εταιρειών». Και:
«Δεν είμαι ακτιβιστής. Είμαι ντροπαλός και δεν μου αρέσει να δίνω συμβουλές, αλλά νομίζω ότι οι άνθρωποι που βγαίνουν στους δρόμους (σημ. δική μου: εννοεί τους διαδηλωτές) είναι μερικές φορές απαραίτητοι. Σήμερα περπατάω εδώ κάθε απόγευμα, κοιτάζοντας τον καθένα, το χαμόγελο του ενός, το κατσούφιασμα του άλλου. Ξέρω κάτι για την ψυχιατρική. Δεν θεωρώ κανέναν άνθρωπο υπεύθυνο για τις πράξεις του περισσότερο από αυτά τα πουλιά έξω από το παράθυρο».
Στο μικρό βιβλιαράκι του Ο ύποπτος, ενδιαφέρεται για τη χρήση βίας και το αν αυτή είναι συνυφασμένη με τον αναρχισμό. Βάζει τον ήρωά του Πιερ Σαβέ να επιστρέφει στο Παρίσι, παρά τη λιποταξία του από το στρατό και την επαπειλούμενη φυλάκισή του, για να εμποδίσει τους συντρόφους του να πραγματοποιήσουν μια βομβιστική ενέργεια. Ο Πιερ Σαβέ «Δεν ήταν άγιος. Αλλά μισούσε τα χτυπήματα, τη βία, το αίμα και τον πόνο». Αν οι θέσεις που πάντα υποστήριζε ο Σαβέ, για τις οποίες πάντα θυσιαζόταν και αγωνιζόταν, απαιτούν ή συνεπάγονται τη δολοφονία αθώων θυμάτων, σε ποιο βαθμό μπορεί ακόμα να τις θεωρεί δίκαιες; Αυτό είναι το ερώτημα του βιβλίου. Και ο Σιμενόν, παρότι δεν ανήκε ποτέ σε καμία αναρχική ομάδα, έχει δηλώσει για τον εαυτό του: «Είμαι ένας άνθρωπος που αρνείται όλα όσα θέλουν να του επιβάλουν στο μυαλό του. Είμαι επίσης εναντίον εκείνων που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον άνθρωπο αντί να του επιτρέψουν την ελευθερία της σκέψης του».
Στα βιβλία του, που – επιτρέψτε μου να – τα θεωρώ λίγο σημαντικότερα για εμάς από τις δηλώσεις του ίδιου του συγγραφέα για τον εαυτό του, δημιουργεί πάντα ρωγμές στις βεβαιότητές μας. Στο αγαπημένο μου Δαίμονες του Πιλοποιού μας λέει πως η κανονικότητα ενός καθώς πρέπει, ευυπόληπτου κυρίου, μπορεί ωραιότατα να περιλάβει μια σειρά φόνων. Στο Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν καταρρίπτει το στερεότυπο πως πλούτος, οικογένεια, κοινωνική θέση φέρνουν μαζί τους την ευτυχία. Ο Γάτος είναι ένα σήμα κινδύνου για τη ζωή που αφήνουμε να μας προσπεράσει, για τη διαρκή αναβολή της ευτυχίας. Και σε πολλά από τα Μαιγκρέ – βιβλία, είναι σαν να επιτρέπεται στον εγκληματία να επανενταχθεί στην κοινότητα, δίνοντάς του πίσω τον αυτοσεβασμό του. Ο Σιμενόν λέει το 1976: «Αν ο Μαιγκρέ ζούσε ακόμα, νομίζω ότι θα ήταν αναρχικός ή αριστερός».
Σε συνέντευξή του το 1969, μιλώντας για τον αναρχικό θείο του τον οποίο ανέφερε συχνά, είπε: «Ο αγαπημένος μου θείος κατέληξε κλοσάρ. Έκανε διάφορες δουλειές μετά τη στρατιωτική του θητεία κι έγινε αναρχικός. Στα δεκαέξι μου είχα αληθινά έναν πειρασμό να γίνω κι εγώ κλοσάρ. Βαθιά μέσα μου έχω ένα μεθυστικό αίσθημα για τους κλοσάρ, δεν βρίσκομαι μακριά από το να θεωρώ πως η ζωή τους είναι ιδεώδης“. Και μετά: “Αυτό που με αηδίαζε στα νιάτα μου ήταν το ψέμα. Ήξερα ότι οι γονείς μου, οι θείοι και οι θείες μου, ζούσαν ένα αέναο ψέμα. Όλα όσα μας παρουσιάζονταν, οι γονείς, η πατρική αγάπη, η αξιοπρέπεια, όλα ήταν ψεύτικα. Ήμουν αγανακτισμένος με αυτό το είδος μεταμφίεσης. Όταν άρχισα να γράφω, το έκανα για να δημιουργήσω πραγματικά πρόσωπα, ώστε να αφαιρέσω τη συμβατική πρόσοψη που είχα τόσο ζήσει στα νιάτα μου. Ο ψυχαναλυτής Γιουνγκ είχε το ίδιο πρόβλημα. Υπέφερε κι αυτός πολύ από την αξιοπρέπεια του πατέρα του και το περιβάλλον του. Στα 30s, αφού είχα γράψει τα πρώτα 18 βιβλία Μαιγκρέ και αρκετά μη-Μαιγκρέ, με πιο σημαντικό τον Άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν, ένιωσα τον πειρασμό να ψάξω και να χρησιμοποιήσω αυτό που αποκαλώ ασυνείδητό μου. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ένας τρόπος να κατανοήσω την ανθρωπότητα. Αλλά ζαλίστηκα και είπα στον εαυτό μου ότι αν συνέχιζα σε αυτό το μονοπάτι θα κατέληγα σαν τον Νίτσε ή τον Λωτρεαμόν. Έτσι αποφάσισα να είμαι πολύ προσεκτικός, να κάνω ας πούμε μια ελεγχόμενη πτώση. Υπάρχουν τοίχοι που είναι επικίνδυνοι στην αναρρίχηση: ο Γκωγκέν είναι ένα παράδειγμα”.
Είναι ενδιαφέρον τώρα, μετά το κλείσιμο αυτού του κειμένου, να ασχοληθούμε με τους τοίχους που ανέβηκαν ο Νίτσε και ο Λωτρεαμόν. Ίσως έτσι καταλάβουμε κάτι παραπάνω και για τον Σιμενόν. Και για μας, γιατί όχι;
Πηγές
- https://booksjournal.gr/kritikes/logotexnia/4447-o-kosmos-tou-zorz-simenon
- https://www.thetoc.gr/politismos/article/zorz-simenon-erga-kai-imeres-tou-basilia-twn-astunomikwn-bibliwn/
- https://diastixo.gr/arthra/9044-georges-simenon
- Βιβλίο Ο ύποπτος, Ζορζ Σιμενόν, εκδ. plan b
- Βιβλίο O Simenon έχει ένα προαίσθημα, εκ. Δαίμων του τυπογραφείου
- Βιβλίο Αναμνήσεις του Μαιγκρέ, Ζορζ Σιμενόν, μτφρ. Α. Μακάρωφ, εκδ. Άγρα
- https://www.lifo.gr/culture/vivlio/o-zorz-simenon-den-eihe-kamia-shesi-me-ton-epitheoriti-maigkre
- https://www.nytimes.com/1976/12/13/archives/simenon-is-now-living-his-own-life-after-years-of-identity-with.html
- https://fr.wikipedia.org/wiki/Le_Suspect_(roman_de_Simenon)
- https://www.trussel.com/maig/md6903.htm
Οι εικόνες είναι εξώφυλλα του Ζαν Ζακ Λουστάλ από βιβλία του Σιμενόν που εικονογράφησε. Η κεντρική εικόνα, ξανά του Λουστάλ, είναι από την έκθεση που έγινε για την τριακοστή επέτειο θανάτου του Ζορζ Σιμενόν στην Huberty & Breyne Gallery απ’ όπου και το βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=K2o6_hPehN4
Διαβάστε λίγο Σιμενόν, να μερικά βιβλία:
Οι δαίμονες του πιλοποιού
Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ
Πεντιγκρή, μτφρ. Αργ. Μακάροφ
Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ
Λίμπερτυ μπαρ
Ο ωρολογοποιός του Έβερτον
Το λιμάνι στην ομίχλη
Η υπόθεση Σαίν- Φιάκρ
Ο Μαιγκρέ στη Μονμάρτη
Το χιόνι ήταν βρόμικο
Και άλλα. Όλα σε μετάφραση της Αργυρώς Μακάροφ, από τις εκδόσεις Άγρα.
Δείτε
- Οι δαίμονες του πιλοποιού, ταινία του Κλόντ Σαμπρόλ, 1982, με Σαρλ Αζναβούρ και Μισέλ Σερρώ
- Η νύχτα στο σταυροδρόμι, ταινία του Jean Renoir, 1932, με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ.
- Μπέτι, ταινία του Κλοντ Σαμπρόλ, 1991, με τη Μαρί Τρεντινιάν και τη Στεφάν Ωντράν.
- O Γάτος του Pierre Granier-Deferre, 1971, με τη Σιμόν Σινιορέ και τον Ζαν Γκαμπέν.
- Το χιόνι ήταν βρόμικο, Λουίς Σασλάφσκι, 1954, με τον Ζαν Γκαμπέν.
- Πανικός του Julien Duvivier, με τον Michel Simon, 1947, βασισμένο στους Αρραβώνες του κυρίου Ιρ, καθώς και Ο κύριος Ιρ, του Patrice Leconte, 1988, με τον Michel Blanc και τη Sandrine Bonnaire.
- Η Μαρία του λιμανιού του Marcel Carné, 1949, με τον Jean Gabin, και τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Marcel Carné, 1965, με τον Maurice Ronet και την Annie Girardot.
- O άνθρωπος από το Λονδίνο, 2007, του Μπέλα Ταρ.
- Και τη μίνι σειρά με τον Ρόουαν Άτκινσον, “Επιθεωρητής Μαιγκρέ”.