(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

[“σε μια γη σε διαρκή περιστροφή, είναι εντελώς λογικό η ανθρωπότητα να πασχίζει εδώ και αιώνες να βρει τον εαυτό της, εφόσον περνά τον περισσότερο χρόνο της προσπαθώντας να κρατηθεί όρθια…” – αργότερα παραιτήθηκε από αυτά τα αστεία και τις άστοχες παρατηρήσεις]

Αυτή η παράγραφος μας έρχεται από το καταπληκτικό μυθιστόρημα Η Μελαγχολία της αντίστασης, του νομπελίστα πλέον συγγραφέα με το δύσκολο όνομα: Λάσλο Κρασναχορκάι. Έχω διαβάσει τρία βιβλία του, πάω για το τέταρτο, όμως αυτό είναι μάλλον το αγαπημένο μου. Και ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία γενικώς. Εδώ, στις φωτογραφίες αυτού του κειμένου είναι σκηνές από την ταινία του Μπέλα Ταρ “Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ”, ένα εικαστικό αριστούργημα βασισμένο ακριβώς στη Μελαγχολία της αντίστασης, που θα μείνει στην ιστορία τουλάχιστον για τις σκηνές του όχλου, αυτού του εξαγριωμένου όχλου που αποσαρθρώνει τα πάντα, και φτιάχνει νέους τύπους εξουσιών, πάντα, παντού, όχι μόνο στα βιβλία του Κρασναχορκάι και στις ταινίες του Ταρ δυστυχώς. «Θα δημιουργήσουμε τάξη, θα δημιουργήσουμε καθαριότητα…» λένε, και τρομάζω. Η δυστοπία είναι κάπου κοντά, σκεφτόμουν όταν διάβαζα το βιβλίο πριν από λίγα χρόνια, και κοίταζα πίσω μου. Σήμερα κοιτάζω πλάι μου. 

Ίσως αυτό το τρομακτικό κατασκευάσμα των ανθρώπων, ο άνθρωπος που γίνεται όχλος, να μην έχει περιγραφεί ποτέ καλύτερα από ό,τι στον Λάσλο Κρασναχορκάι και στη συνέχεια στον Μπέλα Ταρ: “Τίποτα πια δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τη νέα μας, απελπισμένη, τραγικά ασυνείδητη μανία, άδικα ψάχναμε γιατί δεν βρίσκαμε πια κανένα αντικείμενο για την αηδία και την απελπισία μας, με μια ξέφρενη μανία ριχνόμασταν σε ό,τι μας προσφερόταν: σπάζαμε βιτρίνες, κάναμε λιώμα ό,τι κινούνταν, παραβιάζαμε με κουρτινόξυλα και σιδερένιες μπάρες ό,τι δεν κινούνταν, μετά, αφού ποδοπατήσαμε τα αγνώριστα υπολείμματα από τα πιστολάκια μαλλιών, σαπουνιών, ψωμιού, παλτών, ορθοπεδικών παπουτσιών, κονσερβών, βιβλίων, βαλιτσών και παιχνιδιών, είχαμε αναποδογυρίσει όλα τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα κατά μήκος του πεζοδρομίου, είχαμε αποσπάσει βίαια τις ελεεινές επιγραφές, είχαμε καταλάβει και λεηλατήσει το Τηλεφωνικό Κέντρο…”*

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι είναι ένας ποιητής της δυστοπίας. Ο κόσμος του είναι τόσο κοντινός μας, τόσο δικός μας, εδώ στις μικρές μας πόλεις* γίνονται όλα, αλλά είναι η πιο σκοτεινή πλευρά του, αυτή που δεν μπορούμε να διακρίνουμε πάντα. Έτσι, μετά τη Μελαγχολία της αντίστασης, σαν να αναγκάστηκε να γράψει το Herscht 07769 για να αναδείξει – καταδείξει – δείξει τη σκοτεινιά με πιο σαφείς αναφορές. Μία απ’ αυτές παραθέτω εδώ:

“… ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 οι ναζί προκαλούσαν συνεχώς συναγερμό στο ομόσπονδο κρατίδιο, το ένα μπάχαλο πίσω απ’ το άλλο, δολοφονίες και πλείστες απόπειρες που η καθε μία θα έπρεπε να χρεωθεί στους ναζζί, έτσι πρόφερε πάντα τη λέξη, τραβώντας πάνω τα χείλη κι αφήνοντας να φανούν τα δόντια του, ναζζί, όταν στους κύκλους των φίλων του κουβέντιαζαν το θέμα, τους ναζζί θα πρέπει να τους φοβούνται, τη νοοτροπία, καταλαβαίνετε, εξηγούσε, τη νοοτροπία, τη ναζιστική νοοτροπία θα πρέπει να εξαλείψουμε από δω και πέρα, για να μην επιστρέψει κάτι που έχει αποδειχτεί ελεεινό και έχει προκαλέσει φριχτά πράγματα παγκοσμίως, και μην πιστεύετε πως ο κινδυνος είναι επουσιώδης, μην πείτε ότι πρόκειται για μερικούς άχρηστους, γιατί έτσι αρχίζει πάντα, το ξεκινούν κάτι τιποτένιοι, είναι αλήθεια, αλλά τη στιγμή που “θα βρουν αρτηρία”, την αρτηρία όλων μας, που όταν την αγγίξουν θα επιστρέψουν όλα, θα επιστρέψει ο Σατανάς, πιστεψτε με, αλλά δεν τον πίστεψαν κι ενώ δήλωναν μηχανικά ότι δεν υπάρχει χώρος για απάνθρωπες ιδέες, οι αντιπρόσωποι βουλευτές έκριναν το θέμα ασήμαντο, ελάαατε τώρα, έλεγαν μεταξύ τους, τέτοιες υπερβολές προκαλούν το κακό, αρκεί να μελετήσεις το Διάβολο κι εκείνος εμφανίζεται, ε λοιπόν αυτός δεν ήταν της ίδιας γνώμης, ήταν πεπεισμένος ότι ο Διάβολος ήταν μελετημένος εξαρχής αλλά για να μην εμφανιστεί θα έπρεπε να κάνουν κάτι εκείνοι, κι αυτός δεν το αμέλησε, το έβαλε μπροστά, του είπε μάλιστα η γυναίκα του, Μαρκ, αγάπη μου, μην το κάνεις αυτό, μην ανακατεύεσαι, μην προκαλείς τη μοίρα σου, γιατί εδώ είναι σχεδόν όλοι ναζί, ακόμα κι όσοι δεν το ξέρουν…”

Με όσα έχουμε ζήσει και δει τα τελευταία χρόνια, αυτός ο “ποιητής της Αποκάλυψης”, έτσι τον έχει αποκαλέσει η Susan Sontag, μοιαζει να τα έχει πει όλα, ή έστω να τα διακρίνει όλα. Ακόμα και αυτό το “απίστευτο σκηνικό γκραν-γκινιόλ όπου κάθε λογική τάξη, κάθε ορθολογική σκέψη είχαν χάσει την ισχύ τους”. Και νομίζω πως τα βιβλία του είναι εκείνο το είδος λογοτεχνίας που μπορεί ν’ αλλάξει έναν άνθρωπο. Άρα μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο.

Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα…*

Έτσι μας είπε ο αγαπημένος μας Νίκος Καρούζος. Και ο Λάσλο Κρασναχορκάι σαν να συμφωνεί πως αυτή θα ήταν η μια κάποια λύσις*. Στους κόσμους του (μας) η γλυκύτητα έχει χαθεί. Ή χάνει. Ούτε η μουσική τη διασώζει, ούτε οι άνθρωποι που αντιτίθενται στα αγριεμένα πλήθη. Προσπαθεί ο συγγραφέας να βρει από κάποιο τοσοδά παραθυράκι τις δυνάμεις που θα αντιταχθούν στο Κακό, ψάχνει πάντα σχεδόν στην Τέχνη που απελευθερώνει και στην Αθωότητα που εξανθρωπίζει, δεν είμαι καθόλου σίγουρη πως το παραθυράκι θα ανοίξει, αλλά ναι, ποια άλλη γλυκύτητα μας μένει;

————————————————————————-

Πηγές

  1. Η μελαγχολία της αντίστασης, Λάζλο Κρασναχορκάι, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις
  2. Herscht 07769, Λάζλο Κρασναχορκάι, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις
  3. Ταινία “Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ”, Μπέλα Ταρ

Ακούστε

 

Σημειώσεις

*Αναφορά στο “Τέλος της μικρής μας πόλης” του Δημήτρη Χατζή

*Το απόσπασμα το πήρα από τη σελίδα https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/7170-krasznahorkai-laszlo-polis-i-melagcholia-tis-antistasis

*Οι στίχοι του Νίκου Καρούζου είναι από το ποίημα Διάλογος Πρώτος που περιλαμβάνεται στη συλλογή Διάλογοι (1956). Σε σύγχρονη έκδοση βρίσκεται στα Ποιήματα του που έχουν εκδοθεί από τις εκδ. Ίκαρος.

*Η “μια κάποια λύσις” είναι βεβαίως μια μικρή αναφορά στο ποίημα του Κ. Καβάφη Περιμένοντας τους Βαρβάρους