(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Αν η άνοιξη έχει τις μυρωδιές της φύσης, το καλοκαίρι ήλιο θάλασσα και ανεμελιά, και ο χειμώνας τα λαμπάκια των χριστουγέννων, το φθινόπωρο έχει μελαγχολία. Τη μελαγχολία της περισυλλογής. Την περισυλλογή του ερωτήματος “γιατί πρέπει να γυρίσω στη δουλειά”, ή, γενικότερα μιλώντας, “γιατί πρέπει να δουλεύω”; 

Ο αγαπητός Πολ Λαφάργκ στο βιβλίο του Το δικαίωμα στην Τεμπελιά προσπάθησε με νύχια και με δόντια να πείσει ότι η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά και ότι τα ανά τον κόσμο σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά, εργατικά, ανθρωπιστικά κινήματα έσφαλλαν που δεν αγωνίζονταν για την κατάργηση της εργασίας παρά μόνο για την όποια βελτίωση της. Ο Λαφάργκ, ο οποίος έζησε τα χρόνια 1842 – 1911, πίστευε πως η τεχνολογία είχε προχωρήσει πολύ στην εποχή του, τόσο που να κάνει εφικτές τέτοιες ωραίες σκέψεις. Τι να του πούμε εμείς σήμερα, πώς να τον κοιτάξουμε στα μάτια, που, ενώ η τεχνολογία μπορεί ακόμα και να σκεφτεί στη θέση μας, έχουμε αποδεχτεί απολύτως πως δεν είναι δυνατό να τη βάλουμε να κάνει κάθε βρόμικη, βαρετή και ανούσια δουλειά, με το μισθό μας ίδιο φυσικά και με δύο -τρεις ώρες το πολύ συμμετοχή μας κάποιες μέρες την εβδομάδα. 

Φυσικά, ο ευφυής Μπέρτραντ Ράσελ το είχε πει: “Η άποψη πως οι φτωχοί θα πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο υπήρξε πάντοτε σοκαριστική. Για τους πλούσιους”. Προφανώς γι’ αυτό έχουν προσπαθήσει τόσο πολύ οι κυβερνήσεις μας, που τις ψηφίζουν οι φτωχοί για να εξυπηρετηθούν οι πλούσιοι, να μειώσουν το χρόνο διακοπών το καλοκαίρι, να μετατρέψουν το οχτάωρο σε “όσο χρειαστεί”, και να μας πείσουν πως το Φθινόπωρο είναι μια Αρχή, ενώ ακόμα κι ένα πεντάχρονο παιδί γνωρίζει πως, όσα Καλή Αρχή κι αν ακούσει, έχει πολλούς λόγους να κλάψει γοερά το πρώτο δεκαήμερο του Φθινοπώρου, που το μαζεύουν από πλατείες, θάλασσες, χωριά, gameboy, για να το πάνε στο σχολείο να το ράνουν ο παπάς με άγιο νερό και οι δάσκαλοι με ό,τι έχουν στο μυαλό τους και στα βιβλία των ίδιων ανωτέρω κυβερνήσεων. 

Οφείλω να ομολογήσω βεβαίως πως το Φθινόπωρο έχει μυρωδιές βρεγμένου χώματος και γλυκιά νυχτερινή ψυχρούλα και ωραία χρώματα. Όμως, αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί ακριβώς αυτά τα χρώματα, πορτοκαλοκόκκινο και χρυσοκίτρινο, έφτασαν να ταυτίζονται με τη μελαγχολία; Μπορεί κανείς να βρει άλλο λόγο εξόν που επιστρέφουμε στη δουλειά; Ακόμα κι οι αγρότες μελαγχολούν, σιγά μη μυρίσουν το βρεγμένο χώμα όταν έχουν να κάνουν όργωμα, σπορά, τρύγο, μάζεμα ελιών και υπολογισμό επιδοτήσεων! 

Προσωπικά ομολογώ πως άρχισα να συμπαθώ το φθινόπωρο όταν είδα στο Βερολίνο μια Έκθεση όπου ο Ντέιβιντ Χόκνει συνομιλούσε με ζωγράφους του 19ου αιώνα, εκεί λοιπόν σε έναν φθινοπωρινό πίνακα του Χόκνει είδα μια ομορφιά στην εποχή, “δεν είναι όλα θολοκίτρινα” σκέφτηκα, και αυτό, με μια σειρά πολύ – ή ίσως όχι και πολύ – λογικών συνειρμών, πύκνωσε την αντίδρασή μου στην εργασία: να άλλη μια ωραία εποχή να τεμπελιάζουμε, σκέφτηκα, και πάει χαμένη. Να βλέπουμε τους ζωγράφους μας, να περπατάμε σε έρημες παραλίες, να ακούμε Miles Davis και Eddie Vedder, να σχεδιάζουμε τα ταξίδια της χρονιάς και το μόνο μας πρόβλημα να είναι αν θα επιλέξουμε θερινό ή χειμερινό κινηματογράφο… Αυτές είναι οι φθινοπωρινές δραστηριότητες που μας αξίζουν! Νομίζω πως κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό της η Τζορτζ Έλιοτ όταν εξυμνούσε την εποχή: “Υπέροχο φθινόπωρο! Αν ήμουν πουλί θα πετούσα γύρω από τη γη ψάχνοντας για διαδοχικά φθινόπωρα.” Να πετάξει, ονειρεύεται η Τζορτζ, όχι να πάει στο γραφείο… Παρόλα αυτά: 

«Μια παράξενη τρέλα κατέχει τις εργατικές τάξεις των εθνών όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Αυτή η τρέλα σέρνει στο κατόπι τις ατομικές και οικογενειακές δυστυχίες οι οποίες βασανίζουν εδώ και αιώνες τη δύστυχη ανθρωπότητα. Αυτή η τρέλα είναι η αγάπη για τη δουλειά, το θνησιμαίο πάθος για τη δουλειά που φτάνει ως την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του. Αντί να αντιδράσουν σ’ αυτόν τον διανοητικό παραλογισμό, οι ιερείς, οι οικονομολόγοι και οι ηθικολόγοι καθαγίασαν την εργασία». Ο γλυκύτατος Λαφάργκ δεν πρόλαβε, ευτυχώς ή δυστυχώς, να δει πως η καθαγίαση της εργασίας μάλλον αυξήθηκε στο σοσιαλιστικό πολιτισμό αντί να μειωθεί. Φαντάζομαι όμως πως γνώριζε ότι ο Καρλ Μαρξ είχε πολύ εκνευριστεί με το βιβλίο του Το δικαίωμα στην Τεμπελιά. Είναι γνωστό πως ο θείος Μαρξ μάς ήθελε αγωνιζόμενους και ενωμένους προλετάριους για να σπάσουμε τις αλυσίδες μας, ενώ και ο ίδιος ο Λαφάργκ ούτε που φανταζόταν ότι ο αγαπημένος του κομμουνισμός θα ήταν επίσης φανατικά εργασιομανής. Η κόρη του Μαρξ πάντως, η Λόρα, δεν συμμεριζόταν τον εκνευρισμό του μπαμπά της, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Πολ Λαφάργκ κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Αποφασισμένοι να μη ζήσουν πάνω από εβδομήντα ετών, η Λόρα και ο Πολ αυτοκτόνησαν μαζί το Νοέμβριο του 1911, όταν το φθινόπωρο έφτανε στο τέλος του. 

Καθώς λοιπόν οι εποχές εναλλάσσονται και η εναπόθεση της ελπίδας για τεμπελιά σε “λαϊκές εξουσίες” έχει αποδειχτεί πλέον μάταιη, ας δώσουμε κάποια σημασία και στον Ραούλ Βάνεγκεμ:  “Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα. Μην ελπίζετε να σας παραχωρηθεί από τα αφεντικά σας ή από τους θεούς τους. Την προσεγγίζουμε, όπως το παιδί, μέσω μιας φυσικής τάσης να αναζητούμε την απόλαυση και να παρακάμπτουμε ό,τι της εναντιώνεται. Πρόκειται για κάτι απλό που η ώριμη ηλικία διαπρέπει στο να το περιπλέκει. Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος – λες και το πνεύμα δεν είναι η αλλοτριωμένη μορφή της συνείδησης του σώματος. Η κατανόηση του εαυτού μας που απαιτεί η τεμπελιά, δεν είναι άλλη από την κατανόηση των επιθυμιών τις οποίες έχει ανάγκη ο μικρόκοσμος του σώματος για να απελευθερωθεί από την εργασία που το εμποδίζει εδώ και αιώνες. Τόση είναι η δύναμη αυτών των επιθυμιών όταν ξαναβρεθούν σε μια ελεύθερη κατάσταση, ώστε ίσως και να μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο!”

Όσες σελίδες γεμίζουν τα δοκίμια, θα υπάρχει, πάντα σχεδόν, ένας στίχος να τις χωρέσει όλες:

να κάθεσαι σ’ ένα καμαράκι / και να πίνεις μπύρα / και να στρίβεις τσιγάρο / ακούγοντας Μπραμς / από ένα μικρό κόκκινο ραδιόφωνο / είναι σαν να έχεις βγει ζωντανός / από μια ντουζίνα πολέμους 

ή

δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν ότι / η προσπάθεια και η ενέργεια / έχουν καμία σχέση / με τη δημιουργία.
υποθέτω ότι σε θέματα όπως η πολιτική, η ιατρική, / η ιστορία και η θρησκεία / κάνουν επίσης / λάθος.
γυρίζω την κοιλιά μου από την άλλη μεριά και κοιμάμαι / με τον πισινό μου προς το ταβάνι έτσι για αλλαγή.

Επειδή φθινοπώριασε, ρίχνω κι ένα κουβερτάκι πικέ. 

——————————————————-

Διαβάστε

  1. Το δικαίωμα στην τεμπελιά, Πολ Λαφάργκ, μτφρ. Γ. Καυκιάς, εκδ. Μεταίχμιο (κυκλοφορεί σε πάμπολλες εκδόσεις, αυτή είναι η πιο πρόσφατη)
  2. Εγκώμιο της εκλεπτυσμένης τεμπελιάς, Ραούλ Βάνεγκεμ, μτφρ. Αλ. Ζαγκούρογλου, εκδ. Ελεύθερος τύπος

Οι στίχοι είναι από ποιήματα του Τσαρλς Μπουκόβσκι. Το πρώτο ποίημα είναι το “Ένα άλογο με μπλεπράσινα μάτια”, από τα Ποιήματα του Τσαρλς Μπουκόβσκι των εκδ. Ηριδανός, Μτφρ. Γ. Λειβαδάς, ενώ το δεύτερο έχει βρεθεί σε διάφορες συλλογές του, δεν γνωρίζω καμία ελληνική, αυτή εδώ είναι αλιευμένη στο διαδίκτυο και δεν έχω εντοπίσει δυστυχώς το μεταφραστή. 

Δείτε

Τη δική μας “έκθεση” με τίτλο “Ο Ντέιβιντ Χόκνει συνομιλεί με άλλους ζωγράφους περί φθινοπώρου”. Με τη σειρά:

  1. David Hockney, Autumn Leaves, 2008
  2. Claude Monet, The Studio Boat, 1875
  3. Vincent van Gogh, The garden of Saint Paul’s Hospital (‘Leaf-Fall’), 1889
  4. Claude Monet, Autumn on the Seine, Argenteuil, 1873
  5. John Singer Sargent, Autumn Leaves, 1913
  6. David Hockney, Early November Tunnel, 2006
  7. Georgia O’Keeffe, Autumn Leaves, 1924
  8. Edward Hopper, Cape Cod Evening, 1939 
  9. David Hockney, A year in Normandie
  10. Paul Klee – Plant in late autumn, 1934-35
  11. Andrew Wyeth: Autumn Cornfield, 1950
  12. David Hockney, Autumn trees near Thixendale, 2008: φωτογραφία από την Έκθεση “David Hockney – Landscapes in Dialogue”, Βερολίνο 2022.  

Ακούστε