(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Λέγεται πως αν ρωτούσε κάποιος στο δρόμο τον Μαρκ Σαγκάλ μήπως είναι ο διάσημος ζωγράφος, εκείνος απαντούσε «όχι» ή «δεν ξέρω»!! Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει ένα μικρό ταξίδι, όχι μόνο στους ονειρικούς του πίνακες με τις πτήσεις, τα βιολιά, τα χρώματα, τα ζώα, αλλά και σε μερικές μικρές ιστορίες γύρω απ’ αυτόν ή με αυτόν. Ιπτάμενες κι αυτές φυσικά.
Η πρώτη ζωγραφιά
Ο Μαρκ Σαγκάλ δεν γνώριζε τι είναι καλλιτέχνης. Στο σπίτι του δεν υπήρχε ούτε μια εικόνα, ούτε ένα τύπωμα ή αντίγραφο. Μόνο μια δυό οικογενειακές φωτογραφίες. Μέχρι το 1906 (σε ηλικά 19 ετών) δεν είχε δει ποτέ του ζωγραφιά. Τότε, είδε ένα συμμαθητή του να αντιγράφει μια εικόνα από ένα περιοδικό. Ο ίδιος λέει: “Τον κοιτούσα αποσβολωμένος. Η εμπειρία αυτή ήταν για μένα σαν ένα όραμα, μία πραγματική μαυρόασπρη αποκάλυψη. Τον ρώτησα πώς κατάφερε να κάνει τέτοιο θαύμα. Πάρε κι εσύ ένα βιβλίο από τη δημοτική βιβλιοθήκη και προσπάθησε να αντιγράψεις μια εικόνα, μου είπε. Και έτσι έγινα ζωγράφος… Η πρώτη εικόνα που διάλεξα και επιχείρησα να αντιγράψω ηταν ένα πορτρέτο του συνθέτη Άντον Ρούμπινσταϊν”.
Το βιολί
Το βιολί είναι ένα όργανο που μεταφέρεται εύκολα σε καιρούς διωγμών, και έχει έναν έντονο και μελαγχολικό ήχο. Γι’ αυτό θεωρήθηκε συχνά ως ένα τυπικό εβραικό μουσικό όργανο. Άλλωστε, η μορφή του περιπλανωμένου βιολιστή δεν έλειπε ποτέ από τις γιορτές και τους ρωσοεβραϊκούς γάμους. Στο βιβλίο του Η ζωή μου ο Μαρκ Σαγκάλ κάνει συχνά αναφορές σε συγγενείς που παίζουν βιολί ή ανεβαίνουν με το βιολί τους πάνω στις στέγες. Ο ίδιος ο Σαγκάλ ήξερε να παίζει βιολί, και σε όλη του τη ζωή υπήρξε πραγματικός λάτρης της μουσικής.
Ο Ρέμπραντ
Στο Μουσείο του Ερμιτάζ ο Σαγκάλ ήρθε σε επαφή με έργα άλλων ζωγράφων, κι άρχισαν οι πρώτες επιρροές. Ιδιαίτερους δεσμούς ανέπτυξε με το έργο του Ρέμπραντ, από τον οποίο διδάχτηκε αυτή τη σχεδόν προκλητική αίσθηση ζωγραφικής αυτοπεποίθησης. Στη σειρά του 1914-15, στην οποία απεικονίζονται ηλικιωμένοι εβραίοι, ο φόρος τιμής στον μεγάλο ολλανδό καλλιτέχνη είναι φανερός: έγραφε έως και το όνομα του Ρέμπραντ στα εβραϊκά, όπως στον πίνακα “εβραίος σε έντονο κόκκινο”. Στη βιογραφία του άλλωστε γράφει γλυκόπικρα: “Εμένα δεν με χρειάζεται ούτε η αυτοκρατορική Ρωσία ούτε η Σοβιετική. Είμαι ένα μυστήριο, ένας ξένος για όλους. Σίγουρα ο Ρέμπραντ θα ένιωθε αγάπη για μένα”.
Μπέλα και Μαρκ
Ο Μαρκ και η Μπέλα, από τη στιγμή που ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον το 1909, μοιράζονταν έναν ιδιαίτερο τρόπο να βλέπουν τον κόσμο. Η Μπέλα ήταν μια ταλαντούχα συγγραφέας και η περιγραφή της πρώτης τους συνάντησης είναι σαν πίνακας του Σαγκάλ με λόγια: «Όταν έβλεπες τα μάτια του, ήταν τόσο μπλε σαν να είχαν πέσει κατευθείαν από τον ουρανό. Ήταν παράξενα μάτια… μακριά, σε σχήμα αμυγδάλου… και το καθένα φαινόταν να πλέει μόνο του, σαν μια μικρή βάρκα».
Η Μπέλα έγινε γρήγορα η μούσα του Μαρκ και, για το υπόλοιπο της ζωής του, δεν σταμάτησε ποτέ η παρουσία της στους καμβάδες του. Είναι γνωστό ότι ο Σαγκάλ συχνά απεικόνιζε τον εαυτό του και την Μπέλα να πετάνε μαζί, σαν η κοινή τους χαρά να είχε τέτοια δύναμη που αναιρούσε ως και τον νόμο της βαρύτητας!
Ο Μαρκ και η Μπέλα πέταξαν όπως πετάει κανείς μόνο στα όνειρα, αληθινά προνομιούχοι που μοιράστηκαν την ίδια αιωρούμενη ονειροπόληση. Και έφτιαξαν μια μοναδική στιγμή στην τέχνη, τη στιγμή που απεικονίζεται πώς μοιάζει να είσαι ερωτευμένος.
Θέατρο
Το Φεβρουάριο του 1919 ιδρύθηκε στην Αγία Πετρούπολη ένα μικρό θεατρικό εργαστήριο που ονομάστηκε «Θέατρο δωματίου γίντις», με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Αλεξάντερ Γκρανόφσκι, έναν εκκοσμικευμένο εβραίο, που δεν μιλούσε γίντις, είχε σπουδάσει στη Γερμανία και ήταν μαθητής του αυστριακού θεατρικού παραγωγού Μαξ Ρέινχαρντ. Στο ρεπερτόριο του θεάτρου δεν περιλαμβάνονταν μόνο έργα γίντις συγγραφέων, καθώς το θέατρο είχε αναπτύξει μια εξελιγμένη αισθητική σε συντονισμό με τη σύγχρονη Ευρώπη. Όπως σημείωνε ο Γκρανόφσκι το 1919: «το γίντις-θέατρο, είναι πρώτα απ’ όλα, θέατρο». Η Αγία Πετρούπολη δεν υποδέχτηκε ευνοϊκά τις προσπάθειες του θεάτρου, και μετά από περιπέτειες βρέθηκε το 1920 στη Μόσχα, όπου υπήρχε περισσότερο εβραϊκό προλεταριάτο. Επικεφαλής συνέχισε να είναι ο Γκρανόφσκι, και αργότερα ο Σολομών Μιχόελς, ο Ληρ της Ρωσίας κατά τον Σοστακόβιτς. Οι καλλιτεχνικές αντιλήψεις της θεατρικής ομάδας είχαν πια αποκρυσταλλωθεί και ταίριαζαν με αυτές του Μαρκ Σαγκάλ. Κι έτσι, ο Σαγκάλ συνεργάστηκε με το θέατρο δωματίου γίντις της Μόσχας. Λέει ο ίδιος:
«Μου ζήτησαν να ζωγραφίσω τις τοιχογραφίες στην αίθουσα του θεάτρου αλλά και τα σκηνικά για την πρώτη τους παραγωγή. Α! σκέφτηκα, να μια ωραία ευκαιρία να ταρακουνήσουμε το παλιό εβραϊκό θέατρο και τον ψυχολογικό του νατουραλισμό, και να τραβήξουμε την ψεύτικη γενειάδα του. Τουλάχιστον πάνω σ’ αυτούς τους τοίχους μπορώ να αφεθώ ελεύθερος και να ζωγραφίσω ό,τι εγώ θεωρώ αναγκαίο».
Μέσα σε 26 μέρες ο Σαγκάλ είχε καλύψει όλους τους τοίχους και το ταβάνι, δημιουργώντας ένα πραγματικά ενιαίο περιβάλλον. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι είχε φτιάξει και τα σκηνικά και τα κοστούμια για την πρώτη παραγωγή, εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί το θέατρο έγινε γνωστό ως το «Κουτί του Σαγκάλ».
Η Ιζαμπέλ Αλιέντε
Η Ιζαμπέλ Αλιέντε ήταν παιδάκι και είχε γενέθλια. Σου έχουμε ένα σπουδαίο δώρο, της είπαν, κι αυτή περίμενε και περίμενε. Μα πού είναι; ρώτησε κάποια στιγμή, ίσως θυμωμένη πια, και την έστειλαν στο δωμάτιο της. Εκεί, στον άδειο τοίχο της, βρήκε μια ζωγραφιά, μια μπλε κατσίκα. Ήταν ένας πίνακας του Μαρκ Σαγκάλ, τον οποίο η εφτάχρονη Αλιέντε ερωτεύτηκε. Και τον πίνακα και τον Σαγκάλ. Από τότε, τα βράδια στον ύπνο της τα φτιαχνε με τον Σαγκάλ, και τη μέρα προσπαθούσε κι εκείνη να ζωγραφίσει – μα δεν κατάφερνε τίποτα. Άρχισε όμως να λέει την ιστορία του πίνακα στους άλλους, έτσι όπως την φανταζόταν η ίδια. Πολλά χρόνια αργότερα, είπε για τον Σαγκάλ: “Ξέρω, αυτός ο ρώσος δεν είναι συγγραφέας, αλλά ήταν τα έργα του με μπλε κατσίκες και ιπτάμενες φίλες που μου έδωσαν την ελευθερία να κάνω ό, τι θέλω με τη γραφή. Αν μπορούσε να το κάνει με πινελιές, γιατί δεν μπορούσα να το κάνω με τις λέξεις;”
Ρώσικη επανάσταση
Ο Σαγκάλ άφησε το αγαπημένο του Παρίσι το 1914 και πήγε στη Ρωσία για να παντρευτεί την Μπέλα. Σχεδίαζαν να μείνουν μόνο τρεις μήνες, αλλά τους πρόλαβε και τους καθήλωσε εκεί αρχικά το ξέσπασμα του Α Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια η επανάσταση του 1917. Ο Σαγκάλ υποδέχτηκε την επανάσταση με ενθουσιασμό, παρότι ως εκείνη τη στιγμή είχε μάλλον απολίτικη στάση. Ως εβραίος και ως καλλιτέχνης, ένιωσε συνεπαρμένος με τις ευοίωνες προοπτικές που ανοίγονταν. Για τους εβραίους της Ρωσίας, η επανάσταση υποσχόταν για πρώτη φορά στην ιστορία τη ρώσικη υπηκοότητα, την εξάλειψη των καθορισμένων ορίων εγκατάστασης, την κατάργηση των ποσοστιαίων θέσεων στα πανεπιστήμια, την καταργηση των εσωτερικών διαβατηρίων, κάτι το οποίο είχε οδηγήσει τον Σαγκάλ στη φυλακή!
Επιπλέον, ο Σαγκάλ, που ήταν εκκοσμικευμένος εβραίος, έλπιζε ότι η επανάσταση θα καταργούσε και την τσαρική τυραννία και την τυραννία της ιουδαικής ορθοδοξίας. Με αυτά στο μυαλό, έφτασε να διοριστεί μέχρι και Επίτροπος Τέχνης στο Βιτέμπσκ, όμως οι ιδεολογικές διαφορές του με τους μπολσεβίκους σύντομα οδήγησαν στην παραίτησή του και στην αναζήτηση νέας χώρας. Γράφει ο ίδιος: “Τα πολύχρωμα ζώα μου κυμάτιζαν παντού στην πόλη, φοσυκωμένα από την επανάσταση, ενώ οι εργάτες παρέλαυναν τραγουδώντας τη Διεθνή. Όταν τους είδα να χαμογελούν, ήμουν σίγουρος πως μεκαταλάβαιναν. Οι αρχηγοί όμως δεν έμοιαζαν και τόσο ικανοποημένοι. Γιατί είναι η αγελάδα πράσινη και το άλογο πετάει στον ουρανό; Τι σχέση έχουν αυτά με το Μαρξ και το Λένιν;”
Πικάσσο
Παρότι, ως γνωστόν, ο Πικάσσο απέφευγε να επαινεί έναν «ανταγωνιστή», είπε για τον Σαγκάλ: «Δεν ξέρω από πού αντλεί αυτές τις εικόνες. Πρέπει να έχει έναν άγγελο στο κεφάλι του».
Λέγεται ότι ο Σαγκάλ έκανε το αστείο: «Τι ιδιοφυΐα, αυτός ο Picasso… Κρίμα που δεν ζωγραφίζει». Ήταν όντως ένα αθώο αστείο; δεν ξέρω. Για ένα διάστημα πάντως, ο Σαγκάλ μελέτησε τον Κυβισμό, που ήταν τότε το κίνημα της πρωτοπορίας, πειραματίστηκε και λίγο, αλλά αυτή ήταν μια βραχύβια φάση. Στο Η ζωή μου έγραψε: “Κάτω ο Νατουραλισμός, ο Ιμπρεσιονισμός και ο Ρεαλιστικός Κυβισμός! Άσ’ τους αυτούς να πνιγούν με τα τετράγωνα αχλάδια τους που τ’ ακουμπούν συνεχώς πάνω σε τριγωνικά τραπέζια! Τι εποχή είναι αυτή που υμνεί τόσο πολύ στην τέχνη την τεχνολογία, και την τεχνική, και κάνει θεό το φορμαλισμό; Για μένα η τέχνη είναι υπόθεση της ψυχής”. Είναι πάντως γεγονός πως ο Σαγκάλ πήρε κάτι από όλα σχεδόν τα ρεύματα, από τον κυβισμό μέχρι τον σουρεαλισμό, και τα ένωσε σε μια διαρκή αιώρηση. Ταυτόχρονα έκανε τα πάντα για να ξεφύγει από κάθε στενή και στεγνή κατηγοριοποίηση.
Ναζισμός
Η εβραϊκή καταγωγή αλλά και θεματολογία του Σαγκάλ και το μη ρεαλιστικό ύφος του τον έκαναν απόκληρο για τους Ναζί, οι οποίοι κατάσχεσαν τα έργα του από διάφορα μουσεία και εξέθεσαν πολλά από αυτά στην έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης» στο Μόναχο το 1937. Πριν απ’ αυτό, το 1933, όταν οι Ναζί φοιτητές τριάντα γερμανικών πανεπιστημίων λεηλάτησαν βιβλιοθήκες αναζητώντας βιβλία που θεωρούσαν «μη γερμανικά» και άναψαν τς φωτιές στις πλατείες όπου έκαψαν Μπρεχτ, Χέμινγουεϊ, Τόμας Μαν, Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Τζακ Λόντον, Έλεν Κέλερ, Στέφαν Τσβάιχ, συμπεριέλαβαν στην καύσιμη ύλη τους και τα βιβλία τέχνης που σχετίζονταν με οποιονδήποτε τρόπο με τον Μαρκ Σαγκάλ.
Επιπλέον, την ίδια χρονιά έγινε στο Manheim Kunsthalle η δυσφημιστική έκθεση των Ναζί “Εικόνες πολιτιστικού μπολσεβικισμού”, στην οποία περιελήφθησαν και έργα του Σαγκάλ. Ο πίνακάς του “Μια πρέζα ταμπάκο” τοποθετήθηκε σε γυάλινη προθήκη με τη χλευαστική λεζάντα: “Φορολογούμενε πολίτη, να πώς ξοδεύονται τα χρήματά σου.”
Φοβούμενος διώξεις κατά την ναζιστική εισβολή στη Γαλλία το 1940, ο Σαγκάλ κατέφυγε με την οικογένειά του στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1948.
Εκφυλισμένη τέχνη
Πάνω από πενήντα έργα του Σαγκάλ δημεύτηκαν από το ναζιστικό καθεστώς το 1937. Τα έργα του Σαγκάλ για τα οποία οι ερευνητές είναι απολύτως βέβαιοι πως είχαν συμπεριληφθεί στην άθλια ναζιστική Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης του Μονάχου, κάτω από τον ειρωνικό τίτλο “Η αποκάλυψη της εβραικής φυλετικής ψυχής” είναι «Μια πρέζα ταμπάκο (ή Ο ραβίνος)», το «Πουρίμ», «Χειμώνας» και «Άνθρωπος με αγελάδα». Η τοποθέτησή τους και οι επιγραφές ήταν τέτοιες που να προκαλείται η χλεύη και η απαξίωση. Ο μελετητής Christoph Zuschlag έχει σημειώσει ότι οι στόχοι της άθλιας αυτής έκθεσης ήταν πολλαπλοί, και πρώτοι απ’ όλους η χλεύη του μοντερνισμού και η θέση της εβραικότητας στο περιθώριο.
Το “Purim” είχε θέμα τη σημαντική εβραική γιορτή του Πουρίμ, λειτουργώντας στην πραγματικότητα σαν προσωπική και συλλογική μνήμη της εβραϊκής κοινότητας και υπογραμμίζοντας την προπάθεια των εβραίων για επιβίωση. Ο Σαγκάλ είχε αναπτύξει εδώ τη συνήθη τεχνοτροπία του, με αιωρούμενες μορφές, έντονα χρώματα, συμβολικά αντικείμενα όπως βιβλία και κεριά, ομιλούντα ζώα, μια θεματολογία που σχετίζεται και με την εβραϊκή παράδοση. Η αίσθηση που δίνεται στον πίνακα είναι μεταξύ ονείρου και μυθικής αφήγησης, χαρακτηριστική του Σαγκάλ.
Σε πείσμα του ναζιστικού καθεστώτος, οι περισσότεροι “εκφυλισμένοι” πίνακες του Σαγκάλ έχουν διασωθεί και σήμερα εκτίθενται με τον τρόπο που τους αξίζει: με θαυμασμό και αγάπη.
Η συναγωγή της Βίλνα
Το 1935 ο Μαρκ και η Μπέλα επισκέφτηκαν τη Βίλνα, που τότε ανήκε στην Πολωνία, όπου διαπίστωσαν το διαρκώς αυξανόμενο αντισημτισμό της πολωνικής κοινωνίας. Στην πόλη αυτή, που βρισκόταν μόνο 300 χιλιόμετρα από το Βιτέμπσκ, την πόλη τους, ο Σαγκάλ αποτύπωσε τώρα το εσωτερικό μιας συναγωγής, με τρόπο ρεαλιστικό – πράγμα σπάνιο για το ύφος του – λες και ήθελε να κληροδοτήσει στους μεταγενέστερους ένα αδιάσειστο ντοκουμέντο της ίδιας της ύπαρξης της συναγωγής εκεί.
Η λογοτεχνία
Για τον Σαγκάλ, η ποίηση λειτουργεί πρωταρχικά σε αισθητηριακό και αισθητικό επίπεδο. Έτσι, αποδεχόταν μάλλον με χαρά τον χαρακτηρισμό “ποιητικός”. Αντιθέτως, δεν αποδέχτηκε ποτέ τους όρους “λογοτεχνικός” ή “φιλολογικός”, αφού με τον τρόπο αυτό μερικοι υπαινίσσονταν πως το έργο του υποβιβάζει τις οπτικές αξίες, είναι υπερβολικά κυριολεκτικό. Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην τέχνη κυριαρχούσε η αφαίρεση και η ιδέα πως η τέχνη αναφέρεται μόνο στον εαυτό της, οπότε τα περί λογοτεχνικού έργου ήταν ευθείες κατηγορίες, θεωρούσε ο Σαγκάλ. Ο ίδιος λοιπόν είπε “Αν σε έναν πίνακα έκοψα το κεφάλι μιας αγελάδας και το αναποδογύρισα, και αν μερικές φορές ζωγράφισα τα πάντα ανάποδα και ανορθόδοξα, αυτό δεν έγινε για να κάνω λογοτεχνία.
Το έκανα για να προσδώσω στην εικόνα ένα είδος ψυχικού σοκ. Κι αν κάποιος επιμένει να βλέπει σύμβολα στις εικόνες μου, πρέπει να του πω πως αυτό δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου”.
Αντίθετα, ο Σαγκάλ ονόμαζε συχνά τον εαυτό του ποιητή, έγραφε μάλιστα και καλά ποιήματα. Προτιμούσε πάντα να κάνει παρέα με ποιητές, ήταν στενός φίλος με Ελιάρ, Απολινέρ, Ζακ Πρεβέρ και άλλους πολλούς, και του άρεσε να εικονογραφεί ποιήματα, πράγμα που έκανε αρκετές φορές, όπως σε ποιητικές συλλογές φίλων, αλλά και στην Οδύσσεια και στην Τρικυμία.
Ο Μπλεζ Σαντράρ
Αρκετοί τίτλοι έργων του Σαγκάλ όπως “Στη Ρωσία, στους γαιδάρους και σε άλλους”, “Εγώ και το χωριό”, Απ’ το φεγγάρι”, οφείλονται στον γάλλο ποιητή Μπλεζ Σαντράρ. Ο Σαντράρ πίστευε παθιασμένα στην ανάμιξη του ιερού και του κοσμικού, την οποία ονόμαζε “ψυχική ενότητα”: μια βαθύτερη πραγματικότητα που υπερβαίνει τη λογική. Αυτή η θεωρία μάλλον άγγιζε πολύ τον Σαγκάλ. Εδώ ο ζωγράφος περιγράφει τον ποιητή: “Μια ακόμη απαυγάζουσα φλόγα είναι και ο Μπλεζ. Κίτρινη μπλούζα, κάλτσες διαφορετικών χρωμάτων. Μου διάβασε τα ποιήματά του, κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο, γέλασε με τις εικόνες που φτιάχνω, κι ύστερα γελάσαμε κοι οι δύο.” Αργότερα ο Σαγκάλ είχε παραδεχτεί πως τα σπουδαιότερα γεγονότα στη ζωή του ήταν η ρώσικη επανάσταση του 1917 και η γνωριμία του με τον Μπλεζ Σαντράρ! Από την πλευρά του, ο Σαντράρ τίμησε το φίλο του με διάφορες αναφορές σε ποίηματά του. Στη συλλογή του 19 Poemes διαβάζουμε:
Κοιμάται
Είναι ξύπνιος
Ξαφνικά ζωγραφίζει
Αρπάζει μια εκλησία και ζωγραφίζει με μια εκκλησία
Αρπάζει μια αγελάδα και ζωγραφίζει με μια αγελάδα
Με μια σαρδέλα
Με κεφάλια, χέρια, μαχαίρια
Ζωγραφίζει με τον τένοντα ενός ταύρου
Ζωγραφίζει με όλα τα βρώμικα πάθη ενός μικρού εβραϊκού χωριού
Με όλη την παροξυσμική σεξουαλικότητα μιας ρωσικής επαρχίας…
Μπαλέτο, Πούσκιν, Τσαικόφσκι
Το μπαλέτο Aleko βασίζεται στο ποίημα του Αλεξάντερ Πούσκιν Οι τσιγγάνοι (1827). Ο Aleko είναι ένα νεαρός ρώσος ευγενής που έχει κουραστεί από τον “πολιτισμό” και ακολουθεί μια ομάδα ρομά ταξιδιωτών που αναζητούν την ελευθερία. Εκεί ερωτεύεται τη Zemphira, εκείνη όμως, ένα ελεύθερο τσιγγάνικο πνεύμα, λίγο αργότερα ερωτεύεται πάλι και τον αφήνει.
Τη μουσική για το μπαλέτο έγραψε ο Τσαικόφσκι, ενώ τη χορογραφία έκανε ο Λεονίντ Μασίν, επίσης ρώσος. Ο Σαγκάλ, που ζούσε τότε στις ΗΠΑ, δέχτηκε με ενθουσιασμό να σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια, φόρος τιμής στην πατρίδα του κιόλας. Έτσι, όλη η σκηνή ήταν γεμάτη Σαγκάλ!
Η πρεμιέρα έγινε στις 8 Σετπεμβρίου 1942 στην Πόλη του Μεξικού και είχε τεράστια επιτυχία. Τα τέσσερα σκηνικά του Σαγκάλ χρησιμοποιήθηκαν μέχρι τα τέλη των 60s. Μετά, ξεκίνησαν σόλο καριέρα, ως πίνακες ζωγραφικής.
Ιζίς και Τσίρκο
Ο Israelis Bidermanas γεννήθηκε το 1911 στη Λιθουανία και ήθελε να γίνει ζωγράφος. Λίγο που του άρεσε ο φωτογράφος του χωριού του, λίγο που βρέθηκε στο Παρίσι και γνώρισε Brassaï, Cartier-Bresson, Doisneau και Sabine Weiss, έβγαλε από το μυαλό του τη ζωγραφική. Στη διάρκεια του πολέμου κρύφτηκε (με το όνομα Izis), συνελήφθη από τους Ναζί και απελευθερώθηκε από τη γαλλική αντίσταση (ενεργό μέλος της κι ο ίδιος), όμως σχεδόν όλη η οικογένειά του χάθηκε στο Ολοκαύτωμα. Έγινε φίλος του Μαρκ Σαγκάλ, του Αλμπέρ Καμύ, του Μπρετόν, του Ελυάρ… Έλεγε πως φωτογραφίζει τον εξόριστο άνθρωπο, τον εαυτό του δηλαδή. Έτσι ένιωθε. Πέθανε στο Παρίσι, το 1980.
Το 1965 ο Ζακ Πρεβέρ έφτιαξε το βιβλίο Το τσίρκο του Ιζίς. Στο χοντρό του εξώφυλλο, ένας πίνακας του Μαρκ Σαγκάλ. Μέσα, εν είδει εισαγωγής άλλοι τέσσερις καινούργιοι πίνακες του Σαγκάλ με κείμενα του Πρεβέρ, και μετά, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ιζίς, από τσίρκα κανονικά ή από αυτοσχέδια τσίρκα δρόμου. Είναι φοβερό! Ενώ ο Σαγκάλ σε πάει ψηλά, ο Ιζίς σε παίρνει μαζί του στο υπόγειό του – κι όμως, και με τους δυό νιώθεις πως κάποιοι άνθρωποι, εξόριστοι κι αυτοί σαν τους ίδιους, αποκτούν ταυτότητα.
Από την πλευρά του Σαγκάλ, η αγάπη του για το τσίρκο είναι προφανής, έγραψε μάλιστα: “Θεωρούσα πάντα τους κλόουν, τους ακροβάτες και τους ηθοποιούς τραγικές υπάρξεις. Μου θυμίζουν πρόσωπα θρησκ
ευτικών έργων. Ακόμη και σήμερα, όταν ζωγραφίζω μια σταύρωση ή κάποια άλλη θρσηκευτική εικόνα, νιώθω ακριβώς όπως ένιωθα όταν ζωγράφιζα τους ανθρώπους του τσίρκου.”
Ο Μαρκ Σαγκάλ στον Πόρο
Τοπικού ενδιαφέροντος η τελευταία ιστορία, μιας που ο Μαρκ Σαγκάλ ήρθε στον Πόρο το 1954, και, όπως όλοι μας, δεν αρκέστηκε σε αυτή τη μία φορά: το 1957 ξαναγύρισε. Έμενε – πού αλλού; – στη βίλα Γαλήνη, εκεί που είχε μείνει μόνο λίγα χρόνια πριν ο Γιώργος Σεφέρης. Ζωγράφισε τον ήλιο, τα ψάρια, τη θάλασσα, και έγραψε:
«Μη με ψάχνετε σήμερα ούτε αύριο / Έφυγα μακριά από μένα».
————————————————————————————————————————-
Πηγές
- Σαγκάλ, Μόνικα Μπομ-Ντούχεν, εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Β. Αμανατίδης
- Πάουλα, Ιζαμπέλ Αλιέντε, εκδ. Ωκεανίδα, μτφρ. Κ. Σωτηριάδου
- https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/marc-chagall
- https://www.christies.com/en/stories/guide-to-marc-chagall-1a2864b8ebc243a09543fd54075bd5d8
- https://artsandculture.google.com/entity/marc-chagall/m0g_j0?hl=en
- https://www.marcchagall.com/en/biography
- https://www.smithsonianmag.com/arts-culture/the-elusive-marc-chagall-95114921/
- https://www.theguardian.com/stage/2016/may/27/marc-and-bella-chagall-the-flying-lovers-of-vitebsk-emma-rice
Οι πίνακες
- Over the town, 1918 (κεντρική εικόνα δημοσίευσης)
- Rain, 1911
- The fiddler, 1913
- Red Jew, 1915
- Birthday, 1915
- The Lovers – Bouquet In The Window, 1956
- Green Violinist, 1923
- Over Vitebsk, 1915
- The Blue Goat
- Between Darkness and Light, 1938-1943
- The Falling Angel 1947
- Paris Through the Window, 1913
- The war, 1964-66
- The Pinch of Snuff, also known as The Praying Jew or The Rabbi.
- Winter 1912
- Purim, 1916
- Synagogue in Vilna 1935
- The poet 1966
- The Red Horse 1938
- Blue couple by the water 1954
- Remembrance, 1914
- Equestrienne 1931
- Wheatfield on a Summer’s Afternoon 1942 (σκηνικό του Aleko)
- Le cirque bleu, 1950
- Από το Τσίρκο του Ιζίς, 1965
- Circus, 1979
- Ψάρεμα στον Πόρο, 1952
Δείτε / ακούστε