(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Η ταινία «Η Νύχτα του Κυνηγού», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ντέιβις Γκραμπ του 1953, είναι η μόνη ταινία που σκηνοθέτησε ο θρυλικός Βρετανός ηθοποιός Τσαρλς Λότον. Ο Λότον, εκπαιδευμένος στον Σαίξπηρ, γνωστός για ρόλους όπως ο Ερρίκος Η΄ στην ταινία «Η Ιδιωτική Ζωή του Ερρίκου Η΄» (1933) και ο Κουασιμόδος στην ταινία «Παναγία των Παρισίων» (1939), προφανώς εξεπλάγη από την πρόταση να σκηνοθετήσει την ταινία. Ευτυχώς, δέχτηκε.

Η ιστορία που αφηγείται η ταινία είναι τρομακτική: ένας «ιεροκήρυκας» που τυγχάνει και δολοφόνος γυναικών, καταφέρνει να εισχωρήσει στην κοινότητα μιας μικρής πόλης και στη συνέχεια παντρεύεται τη χήρα ενός ληστή τραπεζών, τη δολοφονεί και τρομοκρατεί τα δυο παιδιά της για να αποκτήσει τα χρήματα της ληστείας του πατέρα τους. Είναι θρίλερ αλλά και φιλμ νουάρ. Είναι σκληρός ρεαλισμός αλλά και ονειρική φαντασία. Πάνω απ’ όλα, ο τρόπος που την έφτιαξε ο ιδιοφυής κύριος Λότον την έκανε ένα διαμάντι του εξπρεσιονισμού. Γίνονται διαμάντια με τόσο μικρό προϋπολογισμό; Ναι.

Διαβάζω πως όλα τα στοιχεία της ταινίας – πόλεις στις όχθες του ποταμού, η Μεγάλη Ύφεση, οι συναντήσεις προσευχής και οι ιστορίες από τη Βίβλο, τα στοιχειωτικά τραγούδια – την κατατάσσουν σε αυτό που λέγεται «νότιο γοτθικό» ύφος, δεν γνώριζα τι είναι μα το κατάλαβα από αυτό που είδα! Ύφος σίγουρα πασπαλισμένο με την επιρροή του βωβού κινηματογράφου, και του εξπρεσιονισμού του Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ. Παρότι δεν συμπαθώ τον Γκρίφιθ, εξαιτίας της ταινίας του “Η γέννηση ενός έθνους” (1915) και της συμβολής της στην αναβίωση της Κου Κλουξ Κλαν, το λένε όλοι πως οι κινηματογραφικές του τεχνικές ήταν ο ορισμός της πρωτοπορίας, γι’ αυτό άλλωστε αναγνωρίστηκε από ανθρώπους όπως ο Σεργκέι Αιζενστάιν, ο Ζαν Ρενουάρ, ο Στάνλει Κιούμπρικ, ο Σεσίλ Ντε Μιλ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Τσάρλι Τσάπλιν. Κλείνω εδώ αυτή την παρένθεση.

Όσο οι κριτικοί ψάχνουν επιρροές και κατατάξεις για τη “Νύχτα του κυνηγού”, το κοινό απλώς μαγεύεται. Δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από την ταινία, γιατί καταλαβαίνεις ότι κάτι μοναδικό θα συμβεί εδώ, μοναδικό αισθητικά και νοηματικά, από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν η Λίλιαν Γκις, η μεγάλη σταρ του βωβού κινηματογράφου, αφηγείται ένα απόσπασμα από τη Βίβλο. Είμαστε στην περίοδο της δυστυχίας, τέλος της δεκαετίας του 1930, μετά το μεγάλο κραχ και τη συντριβή χιλιάδων ανθρώπων. Πεινασμένα παιδιά κυκλοφορούν στους δρόμους, οι άνθρωποι ψάχνουν κάτι για να πιαστούν, και είναι σίγουρο πως κυκλοφορούν πολλοί πονηροί απατεώνες να πουλάνε νερό του Καματερού* – είναι γνωστό πως σερβίρεται εύκολα όταν κυριαρχεί η απελπισία, η δεισιδαιμονία, η θρησκοληψία.

Η ταινία λοιπόν, πέραν της απίστευτης ομορφιάς της και του υπόκωφου φόβου που δεν σταματά να επιβάλλεται κάθε λεπτό, είναι γεμάτη σημαντικά στοιχεία, πράγματα, νοήματα: Το Καλό και το Κακό που δεν είναι πάντα προφανή. Η Αγάπη και το Μίσος, τατουάζ στα δάχτυλα του δολοφονικού ιεροκήρυκα. Τα πλάσματα της φύσης που προστατεύουν τους ανίσχυρους. Η κακία του ανθρώπου όταν γίνεται όχλος, όταν άγεται και φέρεται από την πίστη του σε βεβαιότητες, θρησκευτικές ή ιδεολογικές ή ό,τι άλλο.

Η ταινία απογειώνεται στη σκηνή της καταδίωξης των παιδιών στο ποτάμι. Εδώ η φύση μοιάζει να συνωμοτεί υπέρ τους, γράφει πολύ εύστοχα το Freecinema πως “το ζωικό βασίλειο στήνει έναν προστατευτικό ιστό γύρω απ’ αυτά τα  μικρά πλάσματα», σαν να αναγνωρίζεται πως το υλικό αυτών των ζώων (λαγουδάκια, βάτραχοι, αράχνες και άλλα) και των παιδιών είναι το ίδιο. Αληθινά το πιστεύω πως πρόκειται για μία από τις καλύτερες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου.

Οι σκιές, αχ αυτές οι σκιές της ταινίας! Είναι φοβερό το πώς μέσα στο φωτισμό της ταινίας αποτυπώνεται η αντίθεση Καλού και Κακού. Φωτογράφος της ταινίας ο Στάνλεϊ Κορτέζ, που είχε ήδη κάνει την ταινία “Οι υπέροχοι Άμπερσον” του Όρσον Γουελς (1942). Ο Κορτέζ δήλωσε μετά από χρόνια πως από όλους τους σκηνοθέτες που συνεργάστηκε στην καριέρα του, μόνο δύο μπορούσαν να καταλάβουν πραγματικά τον τρόπο που λειτουργεί το φως, αυτό το «φανταστικό πράγμα που δεν μπορεί να εξηγηθεί»: ο Όρσον Γουέλς και ο Τσαρλς Λότον.

Ο κακός της ταινίας είναι ο Ρόμπερτ Μίτσαμ. Ταυτίζεται με τον ρόλο, παγώνει το βλέμμα και κάνει μεγαλειώδη ερμηνεία. Ένα δοκίμιο του Criterion επισήμανε πως ο Μίτσαμ αντιμετωπίζει το κακό με την ταπείνωση που του αξίζει! Η συμπρωταγωνίστρια του Μίτσαμ, Σέλλι Γουίντερς, είπε για το δικό της ρόλο πως για να τον καταφέρει σκεφτόταν τη μύγα που πάει ανυποψίαστη προς την αράχνη, τι εύστοχη προσέγγιση!

Όλοι οι ηθοποιοί είναι αντάξιοι της ταινίας, μεγαλουργούν (και τι να πει κανείς για τη Λίλιαν Γκις!).  Ακόμα και τα δύο παιδιά, δίνουν μια απίστευτα φυσική ερμηνεία. Ο Λότον δεν έκανε οντισιόν για τους μικρούς ηθοποιούς του, απλώς πέρασε χρόνο μαζί τους, παρατηρώντας τη συμπεριφορά τους. Σοφή απόφαση.

Άλλη σοφή απόφαση του σκηνοθέτη ήταν να προσλάβει τον μυθιστοριογράφο και κριτικό Τζέιμς Έιτζι ως σεναριογράφο. Ο Έιτζι είχε την ικανότητα να βρίσκει την υπέρβαση στα καθημερινά πράγματα, είχε γράψει κι ένα πρωτοποριακό βιβλίο με τίτλο Let Us Now Praise Famous Men, που αποτύπωνε τις ζωές φτωχών αγροτών, ήταν ένας στοχασμός πάνω σε ταπεινά θέματα. Ο Έιτζι έπαξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της βαθιάς ιστορικότητας της ταινίας και στην διερεύνηση της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Φυσικά, ο Λότον και ο Έιτζ δούλευαν με πολύ δυνατό υλικό: το μυθιστόρημα του Γκραμπ. Ο ίδιος ο Γκραμπ έστειλε στον Λότον σκίτσα ορισμένων σκηνών όπως τις είχε φανταστεί!

Τέλος, η μουσική της ταινίας από τον Γουόλτερ Σούμαν ήρθε και ολοκλήρωσε το αριστούργημα.

Όπως ίσως φαντάζεται κάποιος, η ταινία, με τις αλλόκοτες σκιές και τις παράξενες γωνίες λήψης, και το θέμα αυτό που έκανε άνω κάτω τη θρησκειολαγνεία και αμφισβητούσε την κρίση των πτωχών πλην τιμίων για το Καλό και το Κακό, και άλλα πολλά, δεν εκτιμήθηκε καθόλου στην εποχή της. Ίσως γι’ αυτό, ο Λότον εγκατέλειψε τον κινηματογράφο και αφιερώθηκε οριστικά στο αγαπημένο του θέατρο, που του έδινε την ελευθερία έκφρασης που χρειαζόταν και ήθελε. Σαν άνθρωπος του θεάτρου αλλά και σαν κινηματογραφικός ηθοποιός διέπρεψε. Ήταν μάλιστα ο πρώτος άγγλος ηθοποιός που εμφανίστηκε στο θέατρο της Κομεντί Φρανσαίζ για να ερμηνεύσει ρόλο στα αγγλικά κι ο μοναδικός που έλαβε διθυράμβους γι’ αυτό.

Σήμερα η Νύχτα του Κυνηγού δεν λείπει από καμία “λίστα καλύτερων ταινιών” και ο Λότον αναφέρεται ως ιδιαίτερα επιδραστικός από σκηνοθέτες όπως οι αδερφοί Κοέν, ο Ντέιβιντ Λιντς, ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Τέρενς Μάλικ, ο Τζιμ Τζάρμους.

 

Πηγές

  1. https://silentology.wordpress.com/2020/10/31/thoughts-on-the-night-of-the-hunter-1955/
  2. https://freecinema.gr/movies/the-night-of-the-hunter/
  3. https://www.cinemagazine.gr/themata/arthro/night_of_the_hunter_dop_video-131052541/
  4. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BB%CF%82_%CE%9B%CF%8C%CF%84%CE%BF%CE%BD

Δείτε

1. Ο φωτογράφος Στάνλει Κορτέζ μιλάει για τη Νύχτα του Κυνηγού:

https://www.youtube.com/watch?v=GZpohJ7_DXo&embeds_referring_euri=https%3A%2F%2Fwww.cinemagazine.gr%2F&source_ve_path=Mjg2NjY

 

2. Σκηνές

 

Σημείωση*: Για το Νερό του Καματερού, μπορείτε να διαβάσετε (και) εδώ: https://www.sansimera.gr/articles/16#goog_rewarded