(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
“Thoughts re-arrange, familiar now strange, all my skin is drifting on the wind” τραγουδάει η Χόλι Γκολάιτλι στο σάουντρακ της ταινίας “Broken flowers” και είναι σαν να περιγράφει την πεμπτουσία των road movies. Για να γυρίσεις ένα road movie χρειάζεται, εκτός από ταλέντο, ένα μεταφορικό μέσο, κατά προτίμηση αμερικάνικο αυτοκίνητο, τοπίο, σκέψεις, μουσική, ένας ή περισσότεροι ήρωες που κάτι ψάχνουν, κάτι δεν τους αρέσει, κάπως δεν τους βολεύει να κάτσουν εκεί που κάθονται. Για να δεις ένα road movie χρειάζεται ανοιχτό μυαλό, να μπορέσει να ταξιδέψει στον ορίζοντα, να γίνει άνω κάτω, να συναντήσει μαγικά πλάσματα.
Στην ταινία “O Brother where art you” o Ντέλμαρ και ο Οδυσσέας – Έβερετ συναντούν ένα από αυτά τα μαγικά πλάσματα, έναν τυφλό μάντη:
- Δουλεύεις για τον σιδηρόδρομο, παππού;
- Δεν δουλεύω για κανέναν.
- Έχεις όνομα, έτσι δεν είναι;
- Δεν έχω όνομα.
- Λοιπόν, αυτός ακριβώς μπορεί να είναι ο λόγος που δυσκολεύεστε να βρείτε επικερδή απασχόληση. Βλέπετε, στην αγορά του ανταγωνιστικού εμπορίου…
Αλλά κανείς, ούτε καν ο Οδυσσέας – Έβερετ που ρωτάει, δεν νοιάζεται για την αγορά του ανταγωνιστικού εμπορίου σε ένα road movie. “Πώς σε λένε” και “από πού είσαι”, αυτές είναι οι δύο πιο συχνές ερωτήσεις, αν και συχνά χωρίς απάντηση. Από πού είσαι; ρωτάει η Άντι την Ίμοτζεν στο “Paper Moon”. Από πουθενά, λέει η Ίμο. Μα, από κάπου πρέπει να είσαι, επιμένει η Άντι. Ναι, μάλλον, απαντάει η Ίμο και η συζήτηση ολοκληρώνεται.
Το “πού πηγαίνεις” είναι μια ερώτηση που θα περιμέναμε να ακούμε συνέχεια αφού μιλάμε για ταινίες δρόμου, αλλά τελικά μάλλον όχι. Ίσως γιατί οι προορισμοί σπανίζουν, ακόμα κι όταν υπάρχουν δεν φαίνονται τις περισσότερες φορές σημαντικοί, αυτό που μετράει είναι το ταξίδι, η περιπλάνηση. Γράφει ο Φερνάντο Πεσσόα σ’ ένα ποίημά του:
Πολλές φορές δεν υπάρχει σκοπός στα road movies, άλλοτε ο αρχικός σκοπός είναι να ξεφύγεις. “Στο μέλλον, αν μια γυναίκα κλαίει με αυτόν τον τρόπο, να ξέρεις πως δεν διασκεδάζει!” λέεει η Λουίζ, σε μια σκηνή της ταινίας “Θέλμα και Λουίζ” που ανήκει στην ανθολογία της γυναικείας χειραφέτησης. Ενώ η αντίδραση της Μπρέντα στην ξαφνική άφιξη της Γιασμίν στη μέση της ερήμου (“Cafe Bagdad”) είναι: “Δεν έφερε τίποτα μαζί της, μόνο μια βαλίτσα με αντρικά ρούχα”, δεν ξέρει ακόμα ότι η Γιασμίν άφησε σύξυλο τον άντρα της σε άλλη μια σκηνή ανθολογίου. Από τι θέλει να ξεφύγει η Έλενα, η χορεύτρια που προτιμά να τραγουδάει και να οδηγεί στο ελληνικό road movie “Μαγνητικά πεδία”, δεν μαθαίνουμε. Διάβασα κάποια μνεία του σκηνοθέτη στο βιβλίο του Βόνεγκατ Η φωλιά της γάτας, όπου υπάρχει η φράση «όλα τα παράξενα ταξίδια είναι θεόσταλτα μαθήματα χορού», θεόσταλτα με την έννοια του ανεξήγητου.
Ανεξήγητο θα παραμείνει και το πώς και γιατί δύο ή παραπάνω άνθρωποι κολλάνε μεταξύ τους και ταξιδεύουν παρέα. Αλλά η ζωή, όπως τα road movies, δεν κυλάει με πώς και γιατί, κυλάει απλά, χωρίς πολλά πολλά, και στέκεσαι να αιτιολογήσεις ό,τι και όποτε θες ο ίδιος.
Μια κάπως συχνή on the road θεματολογία είναι το ερευνητικό ταξίδι για να βρεθεί κάποιος, όπως ένα πιθανό παιδί (“Broken Flowers”) ή μια ξαδέρφη (“Stranger than paradise”) ή κάποιος να σε θάψει κάτω από ένα δέντρο (“Η γεύση του κερασιού”). Ο Αργύρης Μπακιρτζής έψαξε κάποτε για μια χουρμαδιά στην Πελοπόννησο (ταινία “Έρωτας στη χουρμαδιά”), ενώ στο “Άνθρωπος με τις απαντήσεις” ο αυτοκινητόδρομος εγκαταλείπεται για ένα ταξίδι στο επαρχιακό δίκτυο, ίσως και μόνο για μια βουτιά στη λίμνη και για ένα κλεψιμέικο πακέτο πατατάκια από ένα αφύλαχτο βενζινάδικο, και τελικά βρίσκεται και μια μητέρα. Η εύρεση της μητέρας είναι το θέμα και στην “Αλίκη στις πόλεις”, εκεί που η μικρή Αλίκη κάνει διαρκώς επικίνδυνες ερωτήσεις:
Τι είναι αυτό;- Φόβος.
- Τι είδος φόβου;
- Υπάρχουν πολλά είδη φόβου;
- Ναι.
- Τότε φοβάμαι το φόβο.
- Γιατί φοβάσαι το φόβο;
- Ναι, γιατί άραγε;
Στη “Nebraska” και στο “Kodachrome”, το ταξίδι γίνεται για να πάει ο ήρωας τον πατέρα του κάπου ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει κάτι ανολοκλήρωτο… και το ταξίδι γίνεται και στις δυό περιπτώσεις λύτρωση. Και σε άλλες ταινίες το ταξίδι έχει συγκεκριμένο σκοπό, χωρίς αυτό να εμποδίζει την εσωτερική εμβάθυνση. Κάποτε είναι η φτώχεια που επιβάλει το ταξίδι (“Τα σταφύλια της οργής”), άλλοτε ένας άρρωστος αδερφός (“The straight story”), άλλοτε να πουληθεί η κοκαίνη που είναι κρυμένη στο ρεζερβουάρ της Χάρλει (“Ξένοιαστος καβαλάρης”), ενώ στο χιλιάνικο σπονδυλωτό διαμαντάκι “Historias minimas” oι στόχοι είναι απίστευτα συγκεκριμένοι: να βρεθεί ένας σκύλος, να παραληφθεί ένα δώρο από τηλεπαιχνίδι, να παραδοθεί μια τούρτα γενεθλίων.
Θυμάμαι πάντα μια συζήτηση που κάναμε κάποτε, σε μια σειρά διαλέξεων ενός πολύ ωραίου καθηγητή, από αυτούς που βρίσκεις σπάνια στα πανεπιστήμια – “η τέχνη ως κριτική της εξουσίας” ήταν ο τίτλος αυτών των έξι διαλέξεων στο υπόγειο της Στοάς του Βιβλίου, και η έκτη είχε θέμα την αρχιτεκτονική. Εκεί καταλήξαμε να συζητάμε για τους δρόμους, τότε δεν είχε καν γίνει η Αττική Οδός αλλά είχε αρχίσει η ΠΑΘΕ, και είχα σκεφτεί για πρώτη φορά πως εμένα αυτοί οι κλειστοί αυτοκινητόδρομοι ταχείας κυκλοφορίας μου φαίνονται ευθεία και αυθάδης παρέμβαση της εξουσίας στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, γιατί τους οδηγεί σε αλλαγή κριτηρίου: η βιασύνη γίνεται πρωτεύον κριτήριο, ενώ το χάζι και η τεμπελιά διώκονται από τις κόρνες των διπλανών αυτοκινητιστών.
Διότι οι ταξιδιώτες σε τέτοιους δρόμους λέγονται αυτοκινητιστές, κι έχουν μάλιστα και Σταθμούς Εξυπηρέτησης. Ξεχάστε τα μικρά καφενεία με τους γέρους, τις μουριές και τα πλατάνια. Ξεχάστε τα αμερικάνικα μοτέλ και τα μαγαζιά που σερβίρουν καφέ φίλτρου και πίτες, ξεχάστε το χάζι, ξεχάστε το συναπάντημα με άλλους ταξιδιώτες. Στους κλειστούς δρόμους ταχείας κυκλοφορίας εμφανίζονται κάθε εβδομήντα χιλιόμετρα απρόσωπα ΣΕΑ με fast food και πανάκριβους καφέδες, αυτό είναι όλο.
Παρόλα αυτά, όσες αλλαγές κι αν γίνουν στα όρια ταχύτητας και στους καφέδες των δρόμων, θα υπάρχει πάντα ένας ήρωας / ηρωίδα να περιπλανιέται χωρίς εμφανή σκοπό. “Γιατί έφυγες; Γιατί η σαμπάνια στο δρόμο είναι καλύτερη”, λέει η Μόνα, η άστεγη ηρωίδα της ταινίας “Δίχως στέγη δίχως νόμο”, μια κοπέλα που αποφεύγει τις δεσμεύσεις και την ασφάλεια, και γίνεται έτσι απειλή για τον κόσμο των άλλων. Χωρίς εμφανή σκοπό και ο ήρωας του “Into the wild”, που όμως είναι αληθινός χαρακτήρας, σε μια ταινία απόλυτης εσωτερικής αναζήτησης, με μοναδικές τις στιγμές εντός ενός εγκαταλελειμένου λεωφορείου αλλά και τους στίχους του Έντι Βέντερ των Pearl Jam να χαρακώνουν το άγριο τοπίο: I’ve got this light / I’ll be around to grow / Who I was before / I cannot recall, λέει.
Οι φόβοι, τα όνειρα, αυτό που θέλαμε κι αυτό που γίναμε, είναι παρόντα σε όλα σχεδόν τα road movies. “Δεν φοβάμαι τα ύψη, φοβάμαι μόνο μην πέσω”, λέει ο Τράβις στο αριστούργημα “Παρίσι Τέξας”, εκεί που το road movie αποκτά τον ορισμό του. Κρυφές σκέψεις, αδυναμίες, η έρημος, τα φώτα νέον, η κόκκινη μπλούζα της Ναστάζια Κίνσκι, η λιτή μορφή του Χάρι Ντιν Στάντον, η μουσική του Ράι Κούντερ, το υπογείως αγωνιώδες σενάριο του Σαμ Σέπαρντ. Αυτό που θέλαμε είναι πίσω κι αυτό που γίναμε είναι στον καθρέφτη, μπροστά μόνο ο δρόμος, με τον Βιμ Βέντερς να κινηματογραφεί ό,τι δεν ειπώθηκε. Εκεί βρήκε τον τρόπο, λέει, να εξημερώσει το φως, τραβώντας από πριν φωτογραφίες πολαρόιντ!
Στο Nomadland είναι ο δρόμος της αχανούς Αμερικής που σε κάνει να νομίζεις ότι όπου κι αν φτάσεις έχει κι άλλο να πας. Εδώ το τοπίο τα έχει όλα, απολιθώματα δεινοσαύρων, ένας κάκτος στο πουθενά, βράχος εδώ, αγριεμένη ακτή εκεί, σε κάνει να νομίζεις πως αν βρεθείς εκεί έχεις βρεθεί παντού. Είναι αυτά τα μαγαζάκια στο πλάι του δρόμου για καφέ και χάμπουργκερ, ένας γελαστός μουσικός χωρίς δόντια, μια γιορτή, μια ταμπέλα που αναβοσβήνει, όπως ακριβώς αναβοσβήνει το αμερικάνικο όνειρο. Είναι η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, ίσως η πιο αφτιασίδωτη ηθοποιός της ιστορίας της ανθρωπότητας, με το έξυπνο βλέμμα της και τις ρυτίδες της να την ομορφαίνουν, με την απλότητα και την ανθρωπιά της να χώνονται μέσα στο βαν, να το γεμίζουν. Είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έχασαν πράγματα, έχασαν όνειρα, και βγήκαν στο δρόμο – όχι για να ξεχάσουν, όχι για να φτιάξουν ένα εναλλακτικό american dream, απλώς γιατί δεν χώρεσαν αλλού.
Αν κάτι μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια, όση ασφάλεια επιτρέπεται σ΄ ένα ταξίδι βεβαίως, είναι πως τα road movies είναι ταξίδια που δεν ολοκληρώνονται με τους τίτλους τέλους της ταινίας. “Αυτός ο δρόμος δεν θα τελειώσει ποτέ. Πιθανότατα κάνει τον γύρο του κόσμου” λέει ο Μάικ στο Αιντάχο και νομίζω πως τα λέει όλα.
Λίγα πράγματα ακόμη
1.Οι άνθρωποι
Ο Τζακ Κέρουακ γράφει στο θρυλικό βιβλίο του On the road: “Στη μέση της γης των Πέκος αρχίσαμε να συζητάμε για το τι είδους προσωπικότητες θα μπορούσαμε να είμαστε στην Παλιά Δύση. Νιλ, εσύ σίγουρα θα ήσουν ένας απατεώνας, είπα, όμως ένας από αυτούς τους λοξούς, διασκεδαστικούς απατεώνες που διασχίζουν καλπάζοντας τις πεδιάδες και τη βρίσκουν πυροβολώντας στα σαλούν”. Δεν ξέρω αν οι ήρωες των road movies είναι διασκεδαστικοί απατεώνες που τη βρίσκουν πυροβολώντας στα σαλούν. Έχω μια αίσθηση ότι οι άνθρωποι που συναντάς στις ταινίες δρόμου είναι πολύ αληθινοί. Είναι άνθρωποι που τη βγάζουν τη ζωή εκεί που βρέθηκαν, κάτι ψάχνουν, πίνουν και γελάνε, κλαίνε, πεισμώνουν, ερωτεύονται, ζουν βρε αδερφέ! και συζητάνε, συζητάνε πολύ.

Έτσι, την ώρα που η Ζιλ και ο Γιαν συζητάνε μέσα στο τροχόσπιτο για τον καπιταλισμό, τις σχέσεις, τις φερομόνες και τον Κρο Μανιόν (ταινία “303”), ο Φερντινάντ και η Μαριάν στον “Τρελό Πιερό”:
- Μαριάν: Τι κάνεις;
- Φερντινάντ : [κοιτάζοντας στον καθρέφτη του αυτοκινήτου] Κοιτάζω τον εαυτό μου.
- Μαριάν : Και τι βλέπεις;
- Φερντινάντ: Το πρόσωπο ενός άντρα που οδηγεί σ’ ένα λόφο με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
- Μαριάν: [κοιτάζεται κι η ίδια στον καθρέφτη] Εγώ βλέπω μια γυναίκα που είναι ερωτευμένη με έναν άντρα που οδηγεί σ’ ένα λόφο με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
- Φερντινάντ: Τότε ας φιληθούμε.
Όσο η Μαριάν κι ο Φερντιντάντ φιλιούνται, σκέφτομαι πως οι ήρωες των road movies έχουν κάτι από “προτιμώ να γίνω στάχτη παρά σκόνη, προτιμώ να γίνω μετεωρίτης παρά ένας κοιμισμένος και παντοτινός πλανήτης, δεν θα σπαταλήσω τις μέρες μου προσπαθώντας να τις παρατείνω, θα αξιοποιήσω το χρόνο μου*”.
2. Οι μουσικές
Λέει ο Βιμ Βέντερς για το “Παρίσι Τέξας”: “Δεν υπάρχει στην ταινία άλλη μουσική γιατί δεν χρειαζόταν άλλη μουσική. Ο Ry έκανε αυτό που ονειρευόμουν να γίνει: ένωσε τα πάντα. Έτσι, ενώ σε όλες μου τις ταινίες υπάρχει και η μουσική της ταινίας και πολύ ροκ εντ ρολ που αλληλοσυμπληρωνονται, στο Παρίσι Τέξας υπάρχει μόνο μια μουσική, και αυτή η μουσική μοιάζει σαν να έρχεται από τα τοπία του αυτοκινητόδρομου”.
Δεν μπορεί να υπάρξει road movie χωρίς μουσική. Τα road soundtracks σαν να φτιάχνονται για να σε συνοδεύουν όταν κάνεις το δικό σου ταξίδι, με ανοιχτά παράθυρα, το χέρι έξω, το σακίδιο στο πίσω κάθισμα, και τα βιβλία “για το δρόμο” σκόρπια παντού. Και είναι τότε που καταφέρνεις να τραγουδάς σ’ όλες τις γλώσσες, τι σημασία έχει αν δεν τις γνωρίζεις;
Κανείς ποτέ δεν επέβαλε να τραγουδάς μόνο σε γλώσσα που ξέρεις τη γραμματική και το συντακτικό της, αλίμονο! Άλλωστε, εκείνη την ώρα που ταξιδεύεις ξέρεις πολύ καλά ότι η μουσική, όπως όλη η τέχνη, δεν είναι εδώ για να σε μάθει κάτι, είναι για να νιώσεις κάτι. Και, αν είσαι τυχερός, για να αντιμετωπίσεις κάτι. Όπως στη σκηνή που η Sibylle Baier τραγουδάει α καπέλα στο φέρι μποτ στην “Αλίκη στις πόλεις” κι εμείς καθισμένοι στις πολυθρόνες σκηνοθέτη της Ριβιέρας ανατριχιάζουμε. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάτι ποπυ μας χαράζει πολύ βαθιά. Η Jevetta Steele εν τω μεταξύ στο “Cafe Bagdad” μας επαναφέρει από τη δροσιά του πλοίου στην έρημο: A desert road from Vegas to nowhere / Some place better than where you’ve been / A coffee machine that needs some fixing / In a little café just around the bend / I am calling you / Can’t you hear me?
3. To περιβάλλον
Αχ οι απίστευτοι φωτογράφοι των road movies! Αχ οι απίστευτοι φωτογράφοι των road movies! Μα, μήπως είναι μάγοι; Μόνο μάγος θα το πετύχαινε αυτό, να βγαίνει κάποιος εαυτός από μέσα μας, να αφήνει το Σινέ Εκράν και να βρίσκεται στις πόλεις φαντάσματα της route 66, σούρουπο, ερημιά, στο βάθος κάποια φώτα νέον.
“Σε ό,τι κι αν φωτογραφίζει ο Müller, υπάρχει ποίηση, ή κάποιου τύπου μαγεία. Μου μοιάζει σαν μουσικός των μπλουζ, που μόνο με μερικές συγχορδίες μπορεί να μεταφέρει ό,τι θέλει να μεταφέρει”. Και ο Τζιμ Τζάρμους: “Το σενάριο έλεγε πως είναι μια μέρα ηλιόλουστη, αλλά τελικά έβρεχε και φυσούσε, όλοι λέγαμε άστο για αύριο και ο Robby έλεγε μα γιατί, δεν υπάρχει λόγος.” O Robby Müller είχε πάθος με τις πολαρόιντ: δρόμοι, τοπία, μοτέλ, αποτυπώνονταν στιγμιαία σε αυτά τα μαγικά χαρτάκια που του επέτρεπαν να μελετάει το φως εκεί, επιτόπου. Η πρώτη πλήρως αυτόματη στιγμιαία κάμερα κυκλοφόρησε από την Polaroid το 1974, η SX-70, και ήταν αυτή η κάμερα η αιτία για τη δημιουργία της ταινίας του Βέντερς “Η Αλίκη στις πόλεις”, που μας έκανε να πιστέψουμε πως μπορείς να ταξιδεύεις και στις αστικές λεωφόρους, σιγά. Φωτογράφος και αυτής της ταινίας ήταν ο Robby Müller.
4. Ο Έντουαρντ Χόπερ
Ο Τράβις που σταματάει για καφέ στην καντίνα στην άκρη του δρόμου, και μια κοπέλα μόνη της, λίγο φοβισμένη, στο πιο κει τραπέζι. Τα φώτα νέον, τα βενζινάδικα, η Θέλμα κι η Λουίζ στο μοτέλ με την πινακίδα που αναβοσβήνει, η γυναίκα που στέκεται στο μπαλκόνι, στο κρεβάτι, στο λόμπι του ξενοδοχείου. Μέσα σ’ όλα αυτά (και σ’ άλλα) σαν να κρύβεται ο Έντουαρντ Χόπερ, ο αμερικάνος που διάβαζε και απήγγειλε Μποντλέρ, που αγόρασε κάποτε μια μεταχειρισμένη dodge κι άρχισε να διασχίζει την Αμερική, που ζωγράφισε το δικαίωμα μας να μην είμαστε (και να μην προσποιούμαστε πως είμαστε) μονίμως γελαστοί, κοινωνικοί κι ωραίοι. Δεν το ήξερε τότε πως θα γινόταν ο πιο κινηματογραφικός ζωγράφος και θα ήταν παρών σε κάθε road movie από το Αϊντάχο μέχρι το Παρίσι του Τέξας!
5. Η ποίηση
Η ποίηση, ακόμα κι αν δεν αναφέρεται, είναι παρούσα στα road movies, θα έλεγα πως είναι οι κατ’ εξοχήν ποιητικές ταινίες, χωρίς να στενοχωρήσω τον Φεντερίκο Φελίνι και τον Γουες Άντερσον, οι οποίοι παρεμπιπτόντως έχουν τα δικά τους road movies, “La Strada” και “The Darjeeling Limited” αντιστοίχως. Οι ταινίες δρόμου και η ποίηση λοιπόν, σαν να μοιράζονται μια θεματική συγγένεια, καθώς και οι δύο εξερευνούν την ελευθερία, την αυτογνωσία, το ταξίδι της ζωής. Ίσως πάλι, όπως η ποίηση προσφέρεται για προσωπική εξερεύνηση και, γιατί όχι;, μεταμόρφωση, έτσι και ο ανοιχτός δρόμος, σε οδηγεί κάπου, είναι κι αυτά τα τοπία, οι μεγάλες λήψεις, τα χρώματα…. Έτσι, έχουμε το δολοφόνο Ρομπέρτο στην “Παγίδα του Νόμου” να λατρεύει τον Γουλτ Γουίτμαν, τόσο που όταν τον ρωτάνε οι άλλοι δύο γιατί ήταν στη φυλακή και απαντάει πως σκότωσε έναν άνθρωπο, οι άλλοι του λένε “τι είχε κάνει; δεν του άρεσε ο Γουολτ Γουίτμαν;”.
Αν θέλαμε να ορίσουμε έναν ποιητή του road movie οπωσδήποτε θα επιλέγαμε τον Τζακ Κέρουακ, ίσως και μόνο για να κλείσουμε αυτό μικρό αφιέρωμα με τούτο εδώ από το βιβλίο του Στο δρόμο:
There was nowhere to go but everywhere, so just keep on rolling under the stars.
Δεν υπήρχε πουθενά να πας εκτός από παντού, γι’ αυτό συνέχισε να κυλάς κάτω απ’ τ’ αστέρια.
————————————————————————
Η κεντρική φωτογραφία είναι του Βιμ Βέντερς, στην Κοιλάδα των θεών, Γιούτα, ΗΠΑ, 1977. Μία από τις 12.000 πολαρόιντ που τράβηξε ο Βέντερς τη δεκαετία 1973 -1983, τριγυρνώντας.
Δείτε
- Θέλμα και Λουίζ, Ρίντλει Σκοτ, 1991
- Δίχως στέγη δίχως νόμο, Ανιές Βαρντά, 1985
- Ω αδερφέ πού είσαι;, Τζόλε και Ίθαν ΜΚοέν, 2000
- Paper moon, Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, 1973
- Bagdad Cafe, Πέρσι Άντλον, 1987
- Nebraska, Αλεξάντερ Πέιν, 2014
- Παρίσι Τέξας, Βιμ Βέντερς, 1984
- Το δικό μου Αιντάχο, Γκας Βαν Σαντ, 1991
- Στην παγίδα του νόμου, Τζιμ Τζάρμους,1986
- Τα σταφύλια της οργής, Τζον Φορντ, 1940
- The straight story, Ντέιβιντ Λιντς, 1999
- Nomadland, Κλόι Ζάο, 2012
- Ο τρελός Πιερό, Φρανσουά Τριφό, 1965
- Into the wild, Σον Πεν, 2007
- Broken flowers, Τζιμ Τζάρμους, 2005
- Historias minimas, Κάρλος Σορίν, 2002
- Stranger than paradise, Τζιμ Τζάρμους, 1984
- Η γεύση του κερασιού, ΑΜπάς Κιαροστάμι, 1997
- 303, Hans Weingartner, 2018
- Μαγνητικά πεδία, Γιώργος Γούσης, 2022
- Έρωτας στη χουρμαδιά, Σταύρος Τσιώλης, 1990
- Kodachrome, Μαρκ Ράσο, 2017
- Η Αλίκη στις πόλεις, Βιμ Βέντερς, 1974
- On the road, Βάλτερ Σάλες, 2012
*Απόσπασμα από το βιβλίο Σιδερένια φτέρνα του Τζακ Λόντον.
**Το ποίημα του Πεσσόα είναι από τη συλλογή με Ποιήματά του, Εκδ. Printa, Μτφρ. Γ. Σουλιώτης