(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
[Τι νιώθει άραγε ένας άνθρωπος που ξυπνάει το πρωί και φοράει μια στολή για να πάει στη δουλειά του; Τον κάνει αυτό να νιώθει όμοιος, ομοιόμορφος ή διαφορετικός; Καλύτερος ή χειρότερος; Απελευθερωμένος ή δέσμιος; Μα, φυσικά, έχετε δίκιο, δεν υπάρχουν γενικεύσεις, άλλο να φοράς τη στολή της καμαριέρας κι άλλο του στρατηγού. Και οι δύο περιπτώσεις όμως δεν έχουν σκοπό να σε εγκλωβίσουν σε ένα ρόλο;]
Το 1982 ο νόμος Βερυβακη κατάργησε τις απαίσιες μαθητικές ποδιές κι έτσι σταματήσαμε κι εμείς με τις φίλες μου εκείνο το αστείο ντύσιμο “ποδιά κοντεμένη ως τον πισινό, παντελόνι σωλήνας από κάτω και ξεχειλωμένο πουλόβερ απ’ το Μοναστηράκι από πάνω”, σταμάτησαν και οι προσκλήσεις μας στο γραφείο του γυμνασιάρχη, τουλάχιστον γι’ αυτόν το λόγο. Κάποιοι (άντρες πάντα) λένε μερικές φορές πως οι ποδιές πολύ τους άρεσαν, ας τις φορούσαν τότε, απαντώ χωρίς καθόλου να γελάω. Ηταν άραγε ελληνική πρωτοτυπία να φοράνε σχολική ποδιά μόνο τα κορίτσια; Δεν ξέρω, και δεν θα το ερευνήσω, θα σημειώσω μόνο πως οι νοσταλγοί της – γυναικείας – ποδιάς είναι συνήθως οι ίδιοι που δηλώνουν πως απεχθάνονται την “ομοιομορφία” της εφηβικής κοριτσίστικης κοινότητας με τα παρόμοια κουρέματα και τα παρόμοια zara ρούχα. Άλλη πολιτική ομάδα είναι εκείνη που βρίσκει τις – γυναικείες – ποδιές σέξι, και άλλη εκείνη που διαδηλώνει υπέρ (!) της χειρότερης – γυναικείας πάλι – στολής που εφηύρε ποτέ η ανθρωπότητα: τη στολή του Μη – Όντος, την μπούρκα.
Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση της στολής είναι μια προφανής προσπάθεια του κράτους, της θρησκείας ή όποιας άλλης εξουσιαστικής δομής να μας ορίσει, να μας προσδιορίσει. Γι’ αυτό, η αντίστασή μας στις ποδιές που μας επέβαλαν, και φυσικά η νίκη μας το 1982 είναι πολύ σοβαρά πράγματα, χωρίς ίχνος γραφικότητας. Είναι μεγάλη νίκη στη ζωή η νίκη της ρευστότητας, του δικαιώματος να μην ανήκεις.
Σκέφτομαι όλα εκείνα τα σχολεία, οικοτροφεία, ιδρύματα, όπου η υποχρεωτική ομοιομορφία της ένδυσης υπήρξε – ή είναι ακόμη – προφανές όπλο της ιεραρχίας για να χαθεί η ατομικότητα των παιδιών, να νιώσουν μια ενιαία μάζα, και, ως τέτοιοι, να νιώσουν υπόχρεοι απέναντι στους άλλους, απέναντι όχι μόνο στις Διοικητικές Εξουσίες αλλά και στους διπλανούς, στην Πλειοψηφία! Σε όλο τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, από το “If” μέχρι τον “Κύκλο των Χαμένων Ποιητών” και τη “Λευκή κορδέλα”, και από το Φύλακα στη σίκαλη μέχρι τα Μαγικά μαξιλάρια και το Μη μ’ αφήσεις ποτέ, οι στολές είναι αναπόσπαστο μέρος της πειθαρχίας και της υπακοής, ενώ σχεδόν πάντα η διεκδίκηση της ταυτότητας και η αντίσταση στην τυποποίηση μέσα σε τέτοιο περιβάλλον ξεκινάει από το πέταμα του πουκάμισου, ή έστω το λύσιμο της γραβάτας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει δηλωμένο κάποιο “βαθύ” ζητούμενο, η ανεμελιά μπορεί να είναι το μοναδικό αίτημα, κατά τη γνώμη μου απολύτως άξιο εξέγερσης.
Όλο αυτό το σκεπτικό αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στο βιβλίο του σπουδαίου Μάριο Βάργκας Λιόσα Η πόλη και τα σκυλιά, στο στρατιωτικό οικοτροφείο του οποίου η στολή είναι κεντρικό σύμβολο — όχι απλώς ρούχο, αλλά ολόκληρη ιδεολογία εξουσίας, βίας και ανδρισμού. Οι μαθητές φορούν την ίδια στολή, έχουν κουρεμένα κεφάλια, μιλούν με αριθμούς, υπακούουν στις διαταγές χωρίς σκέψη. Η στολή γίνεται «το δέρμα» της στρατιωτικής μηχανής: διαγράφει την ατομικότητα, καθιστά όλους ίδιους μπροστά στην ιεραρχία. Μερικές φράσεις του βιβλίου είναι ανατριχιαστικές:
Ο Λιόσα δείχνει μοναδικά το πώς οι μαθητές γίνονται ανώνυμοι όταν φορούν τη στολή, γίνονται “μη πρόσωπα” που υπακούουν σε μια ανώτερη βούληση, ενώ, όταν τη βγάζουν, ξαναγίνονται άνθρωποι, έφηβοι με επιθυμίες, φόβους, έρωτες. Η εναλλαγή “στολή / όχι στολή” δείχνει πότε ανήκουν στην ιεραρχία της σχολής και πότε στην ανθρώπινη κοινότητα. Η “αγέλη” (τα σκυλιά του τίτλου του βιβλίου) υπάρχει μόνο όσο τα παιδιά είναι ντυμένα ομοιόμορφα…
Σε ένα άλλο είδος στολής αναφέρεται ο Χέρμαν Μπροχ στους Υπνοβάτες – μιλάει για την περίπτωση του στρατού, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, γιατί όχι για όλες; – και λέει: “Η στολή προσδίδει σ’ αυτόν που τη φοράει σαφή όρια που διαχωρίζουν το άτομό του από τον γύρω κόσμο, λειτουργεί σαν άκαμπτο κέλυφος με το οποίο ο κόσμος και το άτομο αφορίζονται με σαφήνεια και αυστηρότητα και διαφοροποιούνται, και μάλιστα η πραγματική αποστολή της στολής είναι να εκδηλώνει και να καθορίζει την εγκόσμια τάξη και να καταργεί τη σύγχυση και τη ρευστότητα της ζωής, έτσι όπως κρύβει την απαλότητα και τη ρευστότητα του ανθρώπινου σώματος, έτσι όπως καλύπτει τα εσώρουχα και το δέρμα.
Έτσι ο άνθρωπος που κάθε πρωί κουμπώνεται προσεκτικά, αποκτά πράγματι ένα δεύτερο, ανθεκτικότερο δέρμα και είναι σαν να επιστρέφει σε μια ζωή πιο σταθερή. Θωρακισμένος στο σκληρό του κέλυφος, ζωσμένος από ιμάντες και αγκράφες, αρχίζει να ξεχνά τα ίδια του τα εσώρουχα, μα και την αβεβαιότητα της ζωής, γιατί η ίδια η ζωή απομακρύνεται απ’ αυτόν. Κι όταν πηγαίνει στο στρατώνα ή στην υπηρεσία του φορώντας τη στολή του, δεν είναι από αλαζονεία που αγνοεί τους άλλους οι οποίοι είναι αλλιώτικα ντυμένοι, απλώς δεν μπορεί να φανταστεί καν ότι κάτω απ’ αυτά τα βάρβαρα ρούχα είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι που έχει την παραμικρή σχέση με την ανθρωπότητα όπως τη βιώνει ο ίδιος. Ο άνθρωπος που φοράει στολή εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, σκέφτεται το φαγητό και τη συνουσία, διαβάζει την εφημερίδα του την ώρα που προγευματίζει, δεν είναι όμως πια δεμένος με τα πράγματα και επειδή δεν τον αφορούν πλέον, τα ξεχωρίζει τώρα όλα σε καλά και κακά, γιατί η σιγουριά στη ζωή βασίζεται ακριβώς στη μισαλλοδοξία και την έλλειψη κατανόησης.”
Με όλα αυτά, θυμήθηκα μόλις τώρα πως ο Άρης Αλεξάνδρου προτίμησε να παραμείνει απλός χαμάλης από το να φορέσει τη στολή του επιστάτη. Ναι, όταν δούλευε στο Παρίσι χαμάλης, και το αφεντικό του έμαθε ποιος είναι και του πρόσφερε καλύτερη δουλειά, αυτός αρνήθηκε, γιατί έπρεπε να φορέσει στολή και να επιτηρεί κατά κάποιον τρόπο τους συναδέλφους του, δυό πράγματα τα οποία δεν άντεχε. Ας κλείσουμε μ’ αυτό, ξορκίζοντας την ομοιομορφία που υπηρετεί μόνο την υποταγή. Ούτε θα ντυνόμαστε με ρόλους ούτε θα μας αποβάλλουν από τη ζωή μας επειδή δεν το κάναμε. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα αίτημα των καιρών μας, τι λέτε;
Πηγές
- Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ, (τόμος Ι 1888, Πασένοβ ή Ο ρομαντισμός), Μτφρ. Κ. Κουντούρης, Εκδ. Μέδουσα
- Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργκας Λιόσα, Μτφρ. Α. Αλεξοπούλου, Εκδ. Καστανιώτη
- Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου, του Κ. Δεσποινιάδη, Εκδ. Πανοπτικόν
Οι εικόνες
Οι εικόνες είναι έργα του χαράκτη και γλύπτη Γιάννη Γαΐτη, από την πολύ γνωστή και χαρακτηριστική σειρά του “Ανθρωπάκια”, στην οποία εργάστηκε από το 1968 ως το τέλος της ζωής του, το 1984. Αν και ξεκίνησαν ως ζωγραφική, τα ανθρωπάκια του Γαΐτη εμφανίστηκαν σε διάφορες μορφές τέχνης, όπως ξύλινες κατασκευές, έπιπλα, εγκαταστάσεις. .
Άλλες αναφορές
- “If, επαναστατημένη γενιά”, ταινία του Λίντσεϊ Άντερσον, 1968
- “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών”, ταινία του Πίτερ Γουίαρ, 1989
- “Λευκή κορδέλα”, ταινία του Μίκαελ Χάνεκε, 2009
- Φύλακας στη σίκαλη, βιβλίο του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Μτφρ. Τζ. Μαστοράκη, εκδ. Επίκουρος
- Μη μ’ αφήσεις ποτέ, βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο, Μτφρ. Α. Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός
- Τα μαγικά μαξιλάρια, βιβλίο Ε. Τριβιζά, εκδ. Πατάκη