(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Κατεβαίνω από τη Routa 40 της Αργεντινής, σκοπεύω να επιστρέψω από τη μεριά της Χιλής. Δεν βιάζομαι καθόλου, οι βιαστικοί δεν μπορούν να κάνουν αυτό το ταξίδι. “Eδώ ο χρόνος δεν ακολουθεί το συνηθισμένο μετρητικό σύστημα. Ταξιδεύεις μήνες και στην ερώτηση πού είσαι τώρα, απαντάς πάντα στις Άνδεις”, έτσι έγραψε μια τυχερή δημοσιογράφος που έκανε στ’ αλήθεια το ταξίδι.
Η Routa 40 ταξιδεύει 5.000 χιλιόμετρα παράλληλα της Κορδιλιέρας, οι Άνδεις είναι το πιο μακρύ βουνό, δίπλα δίπλα με το δρόμο που πάει «στο τέλος του κόσμου». Αργεντινή από τη μια, Χιλή από την άλλη. Και στις δυό πλευρές της οροσειράς η φύση συνδέεται με την ιστορική μνήμη, και φωνάζουν κι οι δυό δυνατά πως δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα μαζί τους.
Σταματάω σε χωριά που μιλάνε κέτσουα, κάθομαι λίγο με τους ντόπιους, ν’ ακούσω τι λένε, κι ας μην καταλαβαίνω. Άνδεις σημαίνει Ανατολή στα Κέτσουα, μια από τις κοινές γλώσσες των ιθαγενών ανθρώπων των Άνδεων και επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας των Ίνκα. Όλες οι γλώσσες και οι διάλεκτοι της Λατινικής Αμερικής έχουν υποστεί διωγμούς και απαγορεύσεις. Η γουατεμαλανή καλλιτέχνιδα Sandra Monterroso* έκλεισε πριν λίγα χρόνια το στόμα της σ’ ένα από τα πολλά δρώμενα που γίνονται μήπως κι ακουστεί επιτέλους τι λένε οι άνθρωποι αυτοί. Έτσι, με κλειστό το στόμα, φωνάζουν στη μητρική τους γλώσσα “Δεν φεύγουμε από δω”.
Το βλέμμα μου στέκεται στις απέραντες εκτάσεις, στα άλογα, στα πουλιά, στα σκασμένα από τον αέρα πρόσωπα των ανθρώπων. Μαπού: Γη. Τσε: Άνθρωποι, Μαπούτσε είναι Οι άνθρωποι της Γης, που ο Κολόμβος βιάστηκε να τους βαφτίσει Ινδιάνους, κρύφτηκαν στις Άνδεις όσοι σώθηκαν. Ο Καρίλ Φερέ τους αφιερώνει ένα σπουδαίο ομότιτλο βιβλίο, η ιστορία τους μπερδεύεται με εκείνη των Μητέρων της Πλατείας του Μάη στο Μπουένος Άιρες, των μητέρων που η χούντα του Βιδέλα έκλεψε τα παιδιά τους για να τα δώσει σε άτεκνα ζευγάρια “εθνικοφρόνων”. 30 Απριλίου 1977 έγινε η πρώτη διαμαρτυρία, τη μέρα που έκλεινα τα οχτώ, κι από τότε δεν σταμάτησαν ποτέ, κάθε Πέμπτη μια διαδήλωση.
Ένα όρνιο πετάει από πάνω μου, να είναι κόνδορας; Ίνδαλμα για τους λαούς της Κορδιλιέρας και εθνικό σύμβολο έξι χωρών, κινδυνεύει σήμερα όπως σχεδόν όλα τα είδη του πλανήτη. Ούτε ξέρει πως έδωσε το όνομα του στην τρομακτική και αιμοβόρα Επιχείρηση Κόνδωρ, με την οποία χιλιάδες άνθρωποι από όλη τη Νότια Αμερική δολοφονήθηκαν ή εξαφανίστηκαν δια παντός τις δεκαετίες του 1970 – 1980, ακόμα κι αν ζούσαν, εξόριστοι, στην Ευρώπη… Ακόμα σήμερα η ιστορία αυτή δεν έχει διαλευκανθεί, και η μνήμη κονταίνει. Φοβάμαι μήπως σε λίγα χρόνια δεν θυμόμαστε κανένα κόνδορα.
Στο ηφαίστειο Osorno κάθομαι σταυροπόδι και κοιτάζω κάτω, την πόλη Πουέρτο Μοντ, εκεί που το 1968 οπλισμένοι καραμπινιέροι κατέσφαξαν απλούς ανθρώπους που είχαν στήσει τις θλιβερές παράγκες τους από χαρτόνια και σανίδια, σε ένα άδειο βοσκοτόπι. Τους την είχαν υποσχεθεί την έκταση, θα βρούμε πολιτική λύση τους είχαν πει, κι εκείνοι πίστεψαν. Σήμερα το Πουέρτο Μοντ είναι σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς, έχει και best things to do στο tripadvisor, αλλά δεν έχει επίσημο μνημείο για τη σφαγή του ’68. Αν δεν υπάρχει μνήμη, δεν υπάρχει έγκλημα. Αυτό το ξέρει καλά και η Χιλή και η Αργεντινή. Κάποιοι δεν το βάζουν κάτω. Τα εγγόνια του Πουέρτο Μοντ κάνουν γκράφιτι μνήμης στην πόλη, δεν θέλουν να ξεχάσουμε τους παπούδες και τις γιαγιάδες τους. Ίσως ζωγραφίζοντας να τραγουδάνε το ομότιτλο τραγούδι του Βίκτορ Χάρα…
Ο αυτοκινητόδρομος με πάει, τα χιλιόμετρα δεν τελειώνουν ποτέ εδώ. Στο Περίτο Μορένο, το παγόβουνο των 60 μέτρων ύψος, σταματώ και ακούω τα κομμάτια πάγου που αποκολλιούνται συνέχεια, πιο πολύ δίνω σημασία στα μικρά κρακ, πάντα και παντού αυτά μου τραβάνε την προσοχή. “Χιλιάνικο μέρος ή αργεντίνικο, ρωτήστε τις φώκιες, τους κορμοράνους και τους πιγκουίνους, εγώ δεν ξέρω να σας πω. Η εθνικότητα είναι ένα μαντίλι που το σκεφτήκανε για να σκουπίζουν οι καραβανάδες τα σάλια τους”, λέει κι ο Σεπούλβεδα κάπου.
Στη μνήμη του, στη μνήμη των αγώνων που έδωσε για τις φάλαινες αφού πρώτα αγωνίστηκε εις μάτην για τους ανθρώπους, αφήνω τον αυτοκινητόδρομο για να φτάσω στον όρμο των φαλαινών και των πιγκουίνων. Θ’ ανέβω στο φάρο να κοιτάξω γύρω, εδώ το βλέμμα έχει μόνο την Κορδιλιέρα για πίσω σύνορο. Χάνεται το βλέμμα στις κορυφές, και το μυαλό αναρωτιέται αν έχει υπάρξει ποτέ νικητής σ’ αυτόν τον τόπο. Διαβάζω πως η Παταγονία είναι μια από τις έντεκα αχαρτογράφητες περιοχές του πλανήτη. Εδώ όμως είναι αχαρτογράφητη και η στεριά και ο βυθός της θάλασσας. Είχε δίκιο ο Ιούλιος Βερν, μερικοί τόποι παραμένουν χωρίς θεό κι αφέντη πιο πολύ από άλλους. Όπως και μερικοί άνθρωποι. Τέτοιος είναι ο Πάμπλο Σάλας, ο κινηματογραφιστής των χιλιάνικων κινημάτων πάνω από μισό αιώνα, αυτός κινηματογράφησε τα παιδιά που διεκδικούσαν πάνω από ένα χρόνο ένα νέο, δημοκρατικό Σύνταγμα στη Χιλή πριν λίγα χρόνια – πολλά παιδιά απ’ αυτά έχασαν την όρασή τους από τις πλαστικές σφαίρες της αστυνομίας.
Ο αδιάκοπος αέρας σμιλεύει, φτιάχνει φυσικά γλυπτά. Πετρώματα, ιζήματα, σκόνη, νερό, δημιουργούν μοναδικά χρώματα. Άραγε, μου μοιάζει παράδεισος επειδή είναι τόσο όμορφα, σχεδόν απόκοσμα, ή επειδή είναι εδώ που ξέρω από τον Σεπούλβεδα πως, μόλις έναν αιώνα πριν, μαζεύονταν οι Τσόνο, οι Αλακαλούφε, οι Όνα, «για να ψαρέψουν καμιά φάλαινα που είχε εξοκείλει, να κυνηγήσουν θαλάσσιους ελέφαντες, και οι θεοί της θάλασσας να πάρουν τα μυαλά αγοριών και κοριτσιών»;
Η χιλιάνικη ακτογραμμή είναι ένα όνειρο, αλλά η Ιστορία βυθίζεται κάτω από τα παγόβουνα, εκεί που σήμερα οι πάγοι λιώνουν γρήγορα. Σ’ αυτά τα νερά έριχναν οι χριστιανοί τους αυτόχθονες, αφού τους εκτελούσαν μαζικά, στα ίδια νερά έριχνε η χούντα του Πινοσέτ τους αντικαθεστωτικούς, ζωντανούς τις περισσότερες φορές, ναρκωμένους.
Ένα μισοσπασμένο κουμπί στο βυθό μαρτυρά τα γεγονότα στον Πατρίσιο Γκουζμάν και τα κάνει καταπληκτική ταινία, όπου μας συστήνει και αυτή τη φυλή που κατάφερε να ζήσει για δέκα χιλιάδες χρόνια σε πολικές θερμοκρασίες, με ανέμους που τρέχαν με 124 μίλια την ώρα. Τον 18ο αιώνα ήταν οκτώ χιλιάδες. Σήμερα, είναι όλοι κι όλοι είκοσι άνθρωποι. Έναν από αυτούς τους ανθρώπους, τον ονόμασαν Τζέρεμι Μπάτον, και τον πήραν από την Παταγονία, για να τον “εκπολιτίσουν” στο Λονδίνο, κάπου στα 1830, μας το είπε ο Πατρίσιο Γκουσμάν.
“Όσο σκληρά κι αν προσπαθείς να την αποσιωπήσεις, η ανθρώπινη ιστορία αρνείται να σωπάσει” λέει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Χαζεύω τα σπάνια λουλούδια της Παταγονίας, αυτά τα μοβ calafate. Όταν γυρίσω στο Σαντιάγο να θυμηθώ να αφήσω ένα μικρό μπουκέτο στη Φωλιά 20, ένα από τα σπιτάκια βασανισμού που έφτιαξε ο Πινοσέτ και τα περιγράφει η Νόνα Φερνάντες στο βιβλίο της Η ζώνη του λυκόφωτος. Να κοιτάξω ένα ένα τα χαρτάκια με τα πρόσωπα των εξαφανισμένων στον τοίχο, “Θυμήσου ποιος είμαι, λένε. Θυμήσου πού ήμουν, θυμήσου τι μου έκαναν.” Η λήθη είναι ένας δεύτερος θάνατος, μια νέα επίδειξη βαρβαρότητας σε βάρος εκείνων που εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, εξαφανίστηκαν.
Τώρα φτάνω στο εκπληκτικής ομορφιάς Torres del Paine, κάθομαι με μια παρέα καουμπόηδων, μιλάνε για τα πούμα που κατεβαίνουν όλο και πιο χαμηλά, και για τους παγετώνες που λεπταίνουν με διπλάσιο ρυθμό απ’ ότι την προηγούμενη δεκαετία. Ένα μάτε* παρακαλώ. Ναι, εδώ θα κάτσω.
————————————–
Διαβάστε:
- Patagonia express, Λουίς Σεπούλβεδα, Μτφρ. Αχ. Κυριακίδης, Εκδ. opera
- Τα τελευταία νέα απ’ το Νότο, Λουίς Σεπούλβεδα, Μτφρ. Αχ. Κυριακίδης, Εκδ. opera
- Η ζώνη του λυκόφωτος, Νόνα Φερνάντες, Μτφρ. Κ. Αθανασίου, Εκδ. Gutenberg
- Στη Μαγγελανία, Ιούλιος Βερν, Μτφρ. Χρ. Γεμελιάρης, Εκδ. Στάσει εκπίπτοντες
Δείτε:
- Το μαργαριταρένιο κουμπί, Πατρίσιο Γκουσμάν, 2015
- La cordiliera, Πατρίσιο Γκουσμάν, 2019
- Investigating Operation Kondor, Rodrigo Vazquez, 2017
- Argentina 1985, Santiago Mitre, 2022
Ακούστε
Σημειώσεις
* Το μάτε είναι ένα παραδοσιακό ρόφημα από τη Νότια Αμερική, που παρασκευάζεται από τα αποξηραμένα φύλλα του φυτού llex paraguariensis. Έχει παρόμοιες διεγερτικές ιδιότητες με τον καφέ, αλλά η επίδρασή του είναι πιο ήπια και διαρκεί περισσότερο. Τα αποξηραμένα φύλλα του ματέ εκχυλίζονται σε ζεστό νερό και σερβίρονται σε ένα ειδικό δοχείο που ονομάζεται «mate» με ένα ειδικό καλαμάκι, το «bombilla». Στη Νότια Αμερική, το μάτε είναι ένα κοινωνικό ρόφημα που μοιράζεται μεταξύ φίλων και οικογένειας.
** Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο. Το άρθρο της τυχερής δημοσιογράφου που αναφέρω δεν το είχα σημειώσει, είναι πολύ παλιό εύρημα, νομίζω πως ήταν στη Lifo.
***Βρείτε την Sandra Monterroso και άλλους καλλιτέχνες στο project “indigenous voices”, και εδώ: https://artsandculture.google.com/story/voces-ind%C3%ADgenas-indigenous-voices-pavilion-of-latin-america-iila-italo-latin-american-institute-la-biennale-di-venezia-i-i-l-a-pavilion/IAUhV72nECrQJw?hl=en
****Ξέρατε πως το σημειωματάριο που χρησιμοποίησε ο Λουίς Σεπούλβεδα στο ταξίδι του στην Παταγονία, εκεί που έγραψε το Patagonia Express, του το είχε χαρίσει ο Μπρους Τσάτουιν σε ένα μπαρ στη Βαρκελώνη;