(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Φροντίζαμε να ταξιδεύουμε νύχτα, μπαίναμε στο πλοίο και ψάχναμε την πιο καλή μεριά για να στρώσουμε τα σλήπινγκ μπαγκ μας, και αφού κατοχυρώναμε την καλή μεριά τριγυρνούσαμε στο κατάστρωμα για να δούμε την κατάσταση, πού είχε τις πιο ταιριαστές μας παρέες, πού υπήρχε καμιά κιθάρα. Tην ιστορία τη φτιάχνουν οι καλές παρέες, ήταν γνωστό ανέκαθεν αυτό: “πού κατεβαίνεις; εγώ στην Ανάφη, μια βδομάδα, γιατί δεν έρχεσαι κι από κει; τέλεια, θα τα πούμε!” – και τις περισσότερες φορές τα λέγαμε όντως!! Μετά τις γνωριμίες και τις μουσικές αποσυρόμαστε σε κείνη την καπαρωμένη θέση του καταστρώματος και πώς μ’ άρεσε να τυλίγομαι στο σλήπινγκ μπαγκ στο πλοίο, δεν περιγράφεται. Είχα βέβαια πάντα αυτό το παράλογο άγχος ότι θα μου κλέψουν τα παπούτσια, όχι το σακίδιο, όχι το μπουφάν, μόνο τα παπούτσια. Τα έχωνα κι αυτά μέσα στο σλήπινγκ μπαγκ και ήρεμη πια μπορούσα να χαζεύω τ’ αστέρια πάνω από τις σωστικές βάρκες ή να διαβάζω το βιβλίο μου, εκείνα τα χρόνια υπήρχε πάντα στο σακίδιο κάτι από Έρμαν Έσσε, Κούντερα, Τομ Ρόμπινς, ένα βιβλίο μόνο, δεν χρειάζονταν πολλά, οι παραλίες λειτουργούσαν (και) σαν ανταλλακτικές βιβλιοθήκες. Το πρωί φτιάχναμε φραπέ στα σέικερ, κερνούσαμε κι όποιον μας άρεσε περισσότερο το προηγούμενο βράδυ και βλέπαμε την ανατολή – αχ αυτές οι ανατολές όταν είσαι ψιλοτυλιγμένος στο σλήπινγκ μπαγκ με τον καφέ στο χέρι και τα μαλλιά ανακατεμένα!
Αν πάλι τύχαινε να φτάσουμε στο νησί νύχτα, κάναμε την ίδια διαδικασία στο λιμάνι, να εντοπίσουμε καμιά παρέα, να βρούμε μια καλή μεριά, να χωθούμε στα σλήπινγκ μπαγκ, μέχρι να ξημερώσει να φτιάξουμε φραπέ και μετά να πάμε να βρούμε το δικό μας αρμυρίκι στην παραλία. Αυτοί οι δυό στη φωτογραφία έχουν κάνει το ίδιο στον Πειραιά, δεν ξέρω όμως αν έφτασαν νύχτα στο λιμάνι ή είναι απλώς ερωτευμένοι. Ελπίζω μόνο να μην τους πήρε κανείς τα παπούτσια.