(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

[Όλοι οι κανονικοί άνθρωποι που διάβασαν αυτή την είδηση πρέπει να ένιωσαν αποκαμωμένοι από τον τρόμο. Τον Τζαμάλ Κασόγκι τον πριόνισαν, ναι, τον πριόνισαν ζωντανό. Ήταν δημοσιογράφος από τη Σαουδική Αραβία και τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν, τον πριόνισαν ζωντανό και τον εκτέλεσαν πράκτορες της χώρας του το 2018. Όλοι οι κανονικοί άνθρωποι που διάβασαν αυτή την είδηση πρέπει να ένιωσαν αποκαμωμένοι από τον τρόμο. Διότι ένας κόσμος στον οποίο επιτρέπεται και διαιωνίζεται ο βασανισμός, είναι αδύνατο να διατηρηθεί ως ανθρώπινος κόσμος.]

Μπαίνοντας στο μουσείο βασανιστηρίων της Σιένας, ένας ιεροεξεταστής σε εισάγει στη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας. Η υποβλητική μουσική υπόκρουση και η γνώση ότι βρίσκεσαι σε μια αληθινή μεσαιωνική φυλακή ανακατασκευασμένη για να στεγάσει τα σατανικά εργαλεία και τις μεθόδους που ανθρώπινος νους συνέλαβε για να βασανίσει άλλους ανθρώπους, σε εισάγουν στη σκοτεινιά πριν ακόμα αρχίσεις την κατάβαση. Όσο κατεβαίνεις, τόσο βυθίζεσαι, και στο τέλος τρέχεις να βγεις στην επιφάνεια της γης, να δεις ουρανό, να θυμηθείς πως η ζωή κύλησε, κυλάει.

Στα μισά της σκάλας αναρωτιέμαι πώς να κυλούσε η ζωή για την ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες μέσα στη Βίλα Γκριμάλντι, τον περιβόητο τόπο βασανιστηρίων στη Χιλή του Πινοσέτ. Τη βασάνισαν τόσο πολύ και με τόσους τρόπους, δοκίμασαν τα πάντα πάνω της, τόσο που στο τέλος κουράστηκαν και οι βασανιστές, και την πέταξαν σ’ έναν λόφο σκουπιδιών, πανιών με ξεραμένα αίματα, περιττωμάτων. Όταν τη βρήκαν τυχαία δυό περαστικοί, ήταν ένα πτώμα που μόλις ανάσαινε. Οι περισσότεροι άνθρωποι που βασανίστηκαν στη Βίλα Γκριμάλντι δεν επέζησαν, καταγράφηκαν ως «αγνοούντες κρατούμενοι». Και οι βασανιστές τους;

“Είδα πως θέλανε να με κάνουνε κομμάτια και έμοιαζαν σαν κανίβαλοι. Τους είδα να ηδονίζονται την ώρα που σπαρτάραγα. Αυτή ήταν η δουλειά τους. Δεν με ξέρανε καθόλου. Δεν ξέρανε ίσως την υπόθεσή μου, δε θα περιμένανε προαγωγή από την επιτυχία τους απάνω μου. Θεέ μου από πού τους έχουνε μαζέψει και είναι τόσο ειδικοί στη “δουλειά” τους. Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου μάτια τόσο ξερά. Ένα καμαράκι στη μέση της ταράτσας, παλιό πλυσταριό και ο πάγκος με τα σχοινιά” γράφει η Κίττυ Αρσένη, βασανισμένη από τους εγκληματίες της ελληνικής χούντας του 1967. 

Περπατάω στο μουσείο της Σιένας, κάθε εικόνα, κάθε κείμενο, κάθε εργαλείο – μερικά αυθεντικά, μερικά ομοιώματα – είναι μια γροθιά πολύ βαθιά μέσα μου. Με αυτό τους κρατούσαν καρφωμένο το σαγόνι, αυτή είναι η ζώνη αγνότητας, εδώ έβαλαν μια κατσίκα να γλείφει τα καθηλωμένα και αλατισμένα πόδια του κρατούμενου, πιο κει το μαρτύριο της σταγόνας, ευφάνταστες προκρούστειες μηχανές ή το αντίθετό τους, ένα μαστίγιο με σιδερένια αγκίστρια, εδώ έχτιζαν έναν άνθρωπο ζωντανό, η γκιλοτίνα, το βασανιστήριο με τα ποντίκια… Θέλω να βγω έξω, στον αέρα, αλλά φοβάμαι την ερώτηση: Και μετά;

Και μετά η ομερτά, η ατιμωρησία, ένας ακόμα σαρκασμός απέναντι στα θύματα. Θα γίνονται καταγγελίες μόνο για περιπτώσεις που κατέληξαν σε θάνατο, είπαν. Αν απλώς σε βίασαν, αν σου έκαναν ηλεκτροσόκ στους όρχεις, αν σου έχωσαν ποντίκια στο αιδοίο, αν σε κράτησαν για μήνες σε μια τρύπα, αν βασάνισαν μπροστά σου τη μητέρα σου, ξέχασε, συγχώρεσε, συμφιλιώσου και μη διαταράσσεις την κοινωνική γαλήνη και την οικονομική σταθερότητα με τις καταγγελίες σου. Η αχρεία ιστορία της αχρειότητας…”  γράφει ο Λουίς Σεπούλβεδα, βασανισμένος κι ο ίδιος από τη χιλιανή χούντα του Πινοσέτ.

Από την Ιερά Εξέταση στους Ναζί, από κει στον Πινοσέτ, στον Βιδέλα, στις φασιστικές Ελλάδες του παρελθόντος, και τούτη την ώρα σε αρκετά μέρη στον κόσμο, υπάρχουν άνθρωποι που το πρωί πίνουν καφέ, το βράδυ πάνε στο σπίτι τους και μιλάνε με τα παιδιά τους για το σχολείο, ίσως είναι μέλη του εξωραϊστικού συλλόγου του χωριού τους, και θα ψωνίζουν στο μανάβικο της γειτονιάς… αλλά είναι βασανιστές, καθάρματα που λιθοβολούν γυναίκες, πριονίζουν δημοσιογράφους, πιάνουν τα εργαλεία και βασανίζουν άλλους ανθρώπους σε σκοτεινά κελιά. Μαζί με αξιωματικούς του στρατού, στρατιώτες, συνεργάτες γιατρούς, νοσηλευτές, ιδεολογικούς καθοδηγητές που ντοπάρουν τους από κάτω με πατρίδα και θρησκεία ή κάποια ιδεολογία ή και τίποτα, τίποτα, μαζί με μορφωμένους και αμόρφωτους, με υψηλά ιστάμενους και υπηρετικό προσωπικό, όλοι μαζί συνθέτουν έναν δαιδαλώδη μηχανισμό κι έτσι η ενοχή τους διαχέεται, δεν είναι ένας, είναι πολλοί, δεν είναι απλά πολλοί, είναι κυρίαρχοι, είναι εξουσία, είναι κράτος.

“Είναι η νύχτα της 30ης Ιανουαρίου 1950 και στη Μακρόνησο ακούγεται από τα μεγάφωνα: «Προσοχή! Προσοχή! Όλες οι γυναίκες να κατέλθουν στο χώρο του Θεάτρου». Ντυνόμαστε όσο πιο χοντρά γίνεται, μήπως και δεν πονέσουμε πολύ στο ξύλο, και ξεκινάμε στην παγωνιά”, γράφει η εικοσιπεντάχρονη τότε Νίτσα Γαβριηλίδου στο βιβλίο – μαρτυρία «Μακρόνησος. Απόψε Χτυπούνε τις Γυναίκες». “Η Αλέκα Παΐζη φορά τη γούνα της ανάποδα. Η Ίρμα της λέει πως μοιάζει με ανάποδη αρκούδα. Η ζωγράφος Κατερίνα Χαριάτη έχει τυλίξει το κεφάλι της με μια μαντήλα με κρόσσια και μοιάζει σαν τους κουρσάρους. Μας πιάνει νευρικό γέλιο. Κουλουριαζόμαστε κάτω. Φοβόμαστε. Τα μικρά παιδάκια σφιγμένα γύρω από το λαιμό της μάνας τους παρακολουθούν ανυποψίαστα μα και τρομαγμένα. Τις έχουν όρθιες στο κρύο, ανά ομάδες. Τραβάνε από την ομάδα κάποιες, τις γδύνουν, τις χτυπάνε με λάμες, κλωτσιές, μαστίγια, ρόπαλα, τις τραβάνε από τα μαλλιά μέχρι τη θάλασσα, μερικές τις παίρνουν μακριά, δεν ξέρουν οι υπόλοιπες τι τις κάνουν, ακούγονται σε όλη τη Μακρόνησο τα ουρλιαχτά. Ακούνε τη Βαγγελιώ Σκευοφύλακα να ουρλιάζει από τους πόνους, αλλά να φωνάζει στον βασανιστή της, τον Κατσιμίχα: «Χτύπα, ρε φασίστα, χτύπα όσο θες» – και η Βαγγελιώ ήταν μόλις δεκαεφτά χρονών.”  

Έχουν ονοματεπώνυμα οι βασανιστές αλλά τις περισσότερες φορές δεν συλλαμβάνονται, δεν καταδικάζονται, δεν φυλακίζονται, ούτε με την πτώση του καθεστώτος. Εκτελούσα εντολές, λένε, αν ποτέ περάσουν από δίκη. Μα, πώς γίνεται να δοθεί και να εκτελεστεί μια εντολή που λέει βάλε ποντίκια στο αιδοίο μιας κοπέλας; Ο βασανιστής (εντολέας και εντολοδόχος) είναι γεννημένος τέρας ή ένας συνηθισμένος άνθρωπος που έγινε τέρας λόγω “εντολών”; Και, από πού κι ως πού το “εκτελώ εντολές” είναι ανθρώπινη ιδιότητα;

Τον Ζαν Αμερί τον συνέλαβε η Γκεστάπο τον Ιούλιο του 1943 με την κατηγορία ότι μοίραζε προκηρύξεις. Εκτός από αντιστασιακός, ήταν και εβραίος. Βασανίστηκε πρώτα στην Γκεστάπο, μετά στο Μπούχενβαλντ, τέλος στο Μπέργκεν- Μπέλζεν. Επέζησε. Στο εξαιρετικό βιβλίο του «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» γράφει: «Αρκετά πράγματα είναι όπως τα φανταζόμαστε εκ των προτέρων: γκεσταπίτες με δερμάτινες καμπαρντίνες, με την κάννη του περιστρόφου στραμμένη στο θύμα τους – ως εδώ καλά. Ύστερα όμως διαπιστώνεις σχεδόν κατάπληκτος πως οι λεβέντες δεν έχουν μόνο καμπαρντίνες και περίστροφα, αλλά και πρόσωπα: όχι «γκεσταπίτικα» πρόσωπα, με γαμψές μύτες, υπερτροφικά πιγούνια, βλογιοκομμένα ή με ουλές από μαχαιριές. Κάθε άλλο: πρόσωπα συνηθισμένα. Προσωπα του σωρού. Μα η βαθιά ενόραση που αποκομίζουμε σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο του βασανισμού έρχεται να γκρεμίσει και πάλι κάθε αφαιρετική φαντασία, καθιστώντας σαφές ότι τα πρόσωπα του σωρού μετατρέπονται τελικά όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και ότι το Κακό επικαλύπτει την κοινοτοπία και την υπερβαίνει.»

Η ποικιλία των οργάνων και των μεθόδων βασανισμού στο Μουσείο Βασανιστηρίων της Σιέννας σε κάνει να χάνεις την όποια εμπιστοσύνη σου στον κόσμο, αλλά οι εικόνες με τον όχλο που γελάει ή φωνάζει συμμετέχοντας στο βασανιστήριο, όταν αυτό είναι δημόσιο, είναι οι πιο τρομακτικές. Η στιγμή που το πλήθος γίνεται όχλος ισοδυναμεί με απώλεια της «ανθρωπινότητας», το ήξερα, μα εδώ το επιβεβαιώνω.

Σκέφτομαι πως η γυναίκα που βασανίστηκε δημόσια ως μάγισσα το 16ο αιώνα είναι η ίδια που σήμερα μαστιγώνεται ή λιθοβολείται δημόσια ως ταραχοποιό στοιχείο, γιατί κάπνισε, γιατί φίλησε, γιατί δεν φόρεσε το χιτζάμπ της σωστά. Τα βλέμματα του όχλου τότε και τώρα είναι τα ίδια, βλέμματα ύαινας, χειρότερα, η ύαινα θέλει να ζήσει, αυτοί όλοι τι; Θέλω να φύγω απ’ αυτό το μέρος, να βγω στην επιφάνεια του δρόμου μα κάτι με κρατάει. Δεν είναι ηδονοβλεψία, είναι φόβος.

«Η εμπιστοσύνη στον κόσμο κλονίζεται από το πρώτο χτύπημα», γράφει ο Αμερί. «Ο άλλος, απέναντι στον οποίο υφίσταμαι στον κόσμο, και με τον οποίο μπορώ να συνυπάρξω μόνο όσο δεν παραβιάζει τα σύνορα της επιδερμίδας μου, έρχεται με το πρώτο χτύπημα να μου επιβάλει τη δική του σωματική υπόσταση και να ανοσιουργήσει εις βάρος μου. Μας σπάει τα δόντια και μας λιανίζει το πρόσωπο, κι εμείς εξαναγκαζόμαστε να υπομείνουμε ανυπεράσπιστοι τις ορέξεις του πρώην συνανθρώπου και νυν αντι-ανθρώπου. Τη στιγμή που παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας από τον άλλον μετατρέπεται σε υπαρξιακό μηδενισμό

Τα βασανιστήρια ανθρώπου από άνθρωπο, και ζώου από άνθρωπο όμως, δεν ξέρω πότε άρχισαν. Οι χριστιανοί βασανίστηκαν, βασάνισαν, ομοίως οι περισσότερες θρησκείες, βασανίστηκαν στοχαστές, επιστήμονες που είπαν πως η γη γυρίζει, βασανίστηκε ο Τζορντάνο Μπρούνο, οι “μάγισσες” και οι γάτες, βασανίστηκαν άνθρωποι άλλου χρώματος, άνθρωποι στην Τουρκία, στη Ρωσία, στην Ελλάδα, στη Λατινική Αμερική, στο Ιράν, στη Λιβύη, βασανίστηκαν ιδεολογικοί αντίπαλοι, βασανίστηκαν άνθρωποι για να αποδείξει ο Χίτλερ πως κατάφερε να εξαλείψει τον οίκτο. Κι εμείς; Πώς κοιμόμαστε ήσυχοι εμείς; 

«Το ρεύμα διέρχεται τον ανθρώπινο οργανισμό σε συνεχή κύματα. Νομίζεις πως τα κόκαλά σου, η σάρκα σου, τα νεύρα σου είναι λαστιχένια και κυματίζουν όπως ένα χαλί που το τινάζεις από το μπαλκόνι. Το στόμα σου, η γλώσσα σου, γίνεται σα χαλκός και είναι λιγάκι αλμυρό, το στομάχι σου, τα άντερά σου και τα γεννητικά όργανα γίνονται μια ενότητα συμπαγής, σιδερένια που σε τσιμπάει σα να’ χει καρφίτσες. Κάθε τόσο ο ένας κοίταζε την καρδιά. Νομίζω πως, άμα δούνε πως η καρδιά είναι γερή, δυναμώνουν την ένταση. Η διαφορά με τη φάλαγγα είναι πως εκεί, όσο περνάει η ώρα αρχίζεις να νιώθεις πως κάποτε θα τελειώσει, θα λιποθυμήσεις. Εδώ όσο περισσότερες εκκενώσεις δέχεσαι, τόσο αυξάνει η ζωτικότητά σου και γίνεται πιο αφόρητο. Πετάγεσαι πολύ δυνατά. Κάθε φορά ακούς τα λουριά να τρίζουν. Μόλις σταμάτησαν χάθηκα.» Γράφει ο Περικλής Κοροβέσης στους Ανθρωποφύλακες.

Όποιος βασανίστηκε παραμένει βασανισμένος, λέει ο Αμερί, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1978. Όποιος βασανίστηκε παραμένει βασανισμένος. Όποιος βασάνισε;

Δεν είναι οι βασανιστές ρηχοί γραφειοκράτες χωρίς φαντασία, δεν μπορεί το κακό να είναι κοινότοπο. Συμφωνώ με τον Ζαν Αμερί. Οι βασανιστές του ίδιου και όλων των άλλων δεν ήταν υπάλληλοι που “έκαναν τη δουλειά τους”, αλλά άνθρωποι που επέλεγαν συνειδητά να κυριαρχήσουν απόλυτα πάνω σε έναν άλλον, εκμηδενίζοντας την αξιοπρέπειά του. 

“Αν μου είχατε αφήσει ένα κομμάτι του κορμιού μου ελεύθερο που να μπορούσα να κρατήσω μιαν αντίσταση … Όσην ώρα αυτός ο ξανθός με τους παραφουσκωμένους μυς βάραγε φάλαγγες, οι άλλοι χοροπηδάγανε απάνω μου, πατούσαν στο στομάχι μου, μού σφίγγανε τον λαιμό, ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια” γράφει η Κίττυ Αρσένη στο Μπουμπουλίνας 18. Και σε συνέντευξή της: “Όταν δολοφονήσανε το Μάλλιο και με παίρναν τηλέφωνο και μου λέγαν τώρα, Κίττυ, είσαι ευχαριστημένη; τους απαντούσα “σκατά! τι θα πει δολοφονήσαν το Μάλλιο; τώρα; δεν μ ενδιαφέρει εμένα τώρα, ο Μάλλιος είναι πiα ξεδοντιασμένος, είναι πτώμα. Γιατί τότε δεν τολμήσανε, που ‘χε το χέρι του πολύ μακρύ, κι ο Λάμπης κι ο Μπάμπαλης κι όλοι κι ο Καραπαναγιώτης, εκείνο τον καιρό… Εκείνο τον καιρό αν είχα εγώ ένα όπλο, θα τον σκότωνα η ίδια. Τώρα είναι μια δολοφονία, δεν μ’ ενδιαφέρει. […] θυμάμαι είχα ραντεβού με τον οδοντογιατρό μου εκείνο το πρωινό, και με περίμενε, και μου λέει Κίττυ, τι λες; για τον Μάλλιο; τι λες για τον Μάλλιο; και του λέω, του λέω “Έκαναν άσχημα που τον δολοφόνησαν.”

Όσο κι αν το θυμικό υπαγορεύει τα δικά του, δεν προκύπτει από πουθενά ότι όταν ένα αυταρχικό καθεστώς καταρρεύσει, οι βασανισμένοι άνθρωποι θα πρέπει να φτιάξουν στη θέση του ένα άλλο αυταρχικό καθεστώς, αυτοδικώντας και καταργώντας μια δημοκρατία που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Από την άλλη, αυτή η νεαρή δημοκρατία δεν θα σταθεί στα πόδια της αν επιλέξει να κυριαρχήσουν η ατιμωρησία και η ομερτά. Δύσκολες εξισώσεις αλλά δεν χωράνε πολλές λύσεις. Είναι η κοινωνία που πρέπει να επιβάλλει τις λύσεις, ούτε αυτόκλητοι καουμπόηδες ούτε υπόγειες διαβουλεύσεις της όποιας νέας εξουσίας με τα καθάρματα. Θύτες και κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσουν τις πράξεις τους, αλλιώς το κακό θα γίνει μια απλή στατιστική, θα ξεχαστεί, θα πάψει να ξυπνάει τη συνείδηση των ανθρώπων. Και η λήθη είναι δεύτερος θάνατος για τα θύματα.

Museo della tortura. Υπάρχουν τέτοια μουσεία και στη Μάλτα, στο Άμστερνταμ, στο Λος Άντζελες, στην Πράγα… Tortum σημαίνει βασανιστήριο, προέρχεται από το λατινικό Torquere που σημαίνει στρεβλώνω. Σώματα στρεβλωμένα, εξαρθρωμένα, η ανθρωπιά εξαρθρωμένη, για μια απόσπαση πληροφορίας, για μια συναίνεση, για μια τιμωρία σε όσους δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις. Ίσως και για τίποτα. Για ένα θεό, για μια ιδέα; Για τίποτα…

Υπάρχουν, πιστεύω ή θέλω να ελπίζω, άνθρωποι που βρέθηκαν στο σημείο και τη στιγμή αλλά δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν κραυγές και ουρλιαχτά, δεν άντεξαν την ευθύνη κατάρρευσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί υπάρχει η επιλογή. Αυτή είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα που αλλάζει τον κόσμο. Αυτό πάω να βρω έξω, στην επιφάνεια. Και εκεί συναντάω την Κάρμεν Γιάνιες:

Είµαι αυτή που επιµένει να φοράει στο λαιµό της
ένα κολιέ µε πυγολαµπίδες […]
Μια ακόµα ανάµεσα στο πλήθος
ψάχνοντας τη γωνιά κάτω απ’ το κυπαρίσσι
ή την αρµονική συγχορδία των κυµάτων […]
Αυτή είµαι.
Μια µικρή φλόγα κάτω απ’ το µανίκι
του τυφλού γείτονα.

 —————————————-

Το άρθρο αφιερώνεται στους ανθρώπους εκείνους που, στη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας (21.04.1967 – 24.07.1974), δεν κοιμόντουσαν με τα παράθυρα ανοιχτά. 

 

Πηγές

  1. Πέρα από την Ανοχή και την Εξιλέωση, Ζαν Αμερί, μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα
  2. Η τρέλα του Πινοσέτ, Λουίς Σεπούλβεδα, μτφρ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Όπερα
  3. Ανθρωποφύλακες, Περικλής Κοροβέσης, Εκδόσεις των Συναδέλφων
  4. Μπουμπουλίνας 18, Κίττυ Αρσένη, Θεμέλιο 
  5. Μακρόνησος. Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες, Νίτσα Γαβριηλίδου
  6. https://www.ispania.gr/eidhseis/politistikes/4058-carmen-yanez
  7. https://simiomatariokipon.wordpress.com/2021/06/14/
  8. https://simiomatariokipon.wordpress.com/2013/10/02/odoskittys/

Οι φωτογραφίες είναι από το Μουσείο Βασανιστηρίων της Σιένας.

Δείτε

  1. “Μια νύχτα δώδεκα χρόνια” του Álvaro Brechner (2018)
  2. “Migas de Pan” (ελληνικός τίτλος: ψίχουλα) της Manane Rodríguez (2016)
  3. “Νοσταλγώντας το φως” του Πατρίσιο Γκουζμάν, 2010
  4. The Pinochet Case του Πατρίσιο Γκουζμάν, 2001
  5. “Garage Olimpo” του Marco Bechis  (1999)
  6. Argentina, 1985 του Santiago Mitre, 2022
  7. “Η Κατάσταση Πολιορκίας” και “Ο αγνοούμενος” του Κώστα Γαβρά (1972 και 1982)
  8. “Ο θάνατος και η κόρη” του Ρομάν Πολάνσκι (1994)
  9. “Septembers of Shiraz” (ελληνικός τίτλος: Η διπλή όψη της επανάστασης) του Wayne Blair (2015)
  10. “Ο μαυριτανός” του Κέβιν ΜακΝτόναλντ (2021)
  11. “Η Δίκη των Βασανιστών: ΕΑΤ-ΕΣΑ 1967-1974” , ντοκιμαντέρ του Νίκου Καβουκίδη (1982)
  12. Το Χρονικό της Δικτατορίας 1967-1974, ντοκιμαντέρ του Παντελή Βούλγαρη

Και την Κίττυ Αρσένη, σε συνέντευξη  που πήρε η Χάρη Σταθάτου για το blog της, το  “Σημειωματάριο κήπων”: 

 

Σχετικές Polaroid Stories:

“Βγήκα στις πέρα θάλασσες να βρω το μαγισσάκι”

Μια συζήτηση με τον Λουίς Σεπούλβεδα

Κάρμεν και Λουίς

“Μια μαύρη γάτα ολόμαυρη στη μαύρη νύχτα μπήκε”