[Από τις σκλαβωμένες τροβαδούρες του χθες, στη μουσική επανάσταση του σήμερα]
(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Η Μαριάννα ντος Σάντος ήταν 18 χρονών όταν έφυγε από το σπίτι της στο όμορφο Cape Verde (Πράσινο Ακρωτήρι) το 1954, ακολουθώντας ένα πρόγραμμα των αποικιακών αρχών της χώρας που έδινε σε κατοίκους του Ακρωτηρίου συμβόλαια για να δουλέψουν σε φυτείες καφέ, καρυδιών και κακάο σε άλλες χώρες.
Την ημέρα που η Μαριάννα έφευγε, ο φίλος της Ζοάο τη συνόδευσε στο λιμάνι με την κιθάρα του και σκάρωσε μια σερενάτα για να την αποχαιρετήσει: “Ποιος σου έδειξε / Εκείνο το μακρινό μονοπάτι; / Το μονοπάτι / για το Σάο Τομέ / Σοδάντ / Σοδάντ…” της τραγούδησε.
Ο μουσικός Αρμάντο Τίτο θυμάται καλά τις σκηνές που οι άνθρωποι έφευγαν από τη χώρα και οι δικοί τους τούς τραγουδούσαν κατά την επιβίβασή τους στα πλοία. “Η αδερφή μου έπαιζε κι αυτή μουσική, αλλά μια μέρα έφυγε από το σπίτι, έκανε αυτά τα συμβόλαια και πήγε να βρει μια καλύτερη ζωή. Όταν γύρισε, μετά από δεκαέξι χρόνια, δεν ξαναέπαιξε μουσική”, λέει.
Όμως άλλα κορίτσια πήραν τη θέση εκείνων των γυναικών που τις κλείδωσαν στ’ αμπάρια, τις μαστίγωσαν στην πλάτη, τις τρόμαξαν, τις κακοποίησαν, κι εκείνες έχασαν τις φωνές τους. Πολλά χρόνια αργότερα, το τραγούδι Σοδάντ διασκευάστηκε από τον ντόπιο μουσικό Παουλίνο Βιέιρα, ερμηνεύτηκε από τη θρυλική πλέον Σεζάρια Έβορα, και έγινε ένα από τα πιο αναγνωρισμένα μουσικά κομμάτια του κόσμου. Ίσως μάλιστα αυτό το τραγούδι να είναι που έκανε γνωστή στην υπόλοιπη υφήλιο τη μικροσκοπική και απομονωμένη χώρα του Cape Verde και τη μουσική της, τη μόρνα – μία από τις μουσικές της, για να είμαστε ακριβείς.
Η μόρνα, που το Δεκέμβριο του 2019 αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας, φαίνεται να προέρχεται από έναν προγονικό αφρικανικό ρυθμό που ονομάζεται Λαντού. Με την πάροδο του χρόνου, η μόρνα, γνωστή και ως “música rainha” (βασίλισσα μουσική), αναμίχθηκε με τα πορτογαλέζικα φάντο, με βραζιλιάνικες μουσικές και με τους δυτικοαφρικανικούς ρυθμούς, και έγινε αυτή η πιο αργή, πιο θλιβερή εκδοχή που ακούγεται σήμερα. Τραγουδιέται κυρίως στην κρεολική γλώσσα, αν και κάποιες φορές είναι ορχηστρική.
“Μπορεί να τραγουδάμε σε μια κρεολική γλώσσα που μόνο ο λαός μας καταλαβαίνει, αλλά η μουσική μας υπερβαίνει τη γλώσσα. Η μουσική είναι αυτό που μας ενώνει, όπου κι αν βρισκόμαστε” λέει η Νάνσι Βιέιρα, μια από τις πιο αγαπημένες σύγχρονες τραγουδίστριες της χώρας, παρότι ζει στην Πορτογαλία. Η μουσική της είναι ένα μείγμα από μόρνα, τζαζ, φάντο και άφρομπιτ, και συνεργάζεται με καλλιτέχνες από τη Βραζιλία, την Ισπανία και το Περού. “Η μουσική δεν σταματά στα σύνορα”, λέει η Νάνσι. “Ονειρεύομαι να επιστρέψω στο Πράσινο Ακρωτήριο μια μέρα, θέλω να επανασυνδεθώ με τις ρίζες μου, να φέρω όλα όσα έμαθα στο εξωτερικό πίσω στα νησιά.” Sodade…
Η λέξη Sodade, που τη μάθαμε από το τραγούδι εκείνο που τραγούδησε στο λιμάνι ο φίλος της Μαριάνας, ο Ζοάο, το μακρινό 1954, είναι λέξη που θεωρείται μη μεταφράσιμη: ενσαρκώνει το αίσθημα νοσταλγίας και λαχτάρας που προέρχεται από την απουσία κάποιου ανθρώπου ή πράγματος. Γιατί όμως αυτό το μικρό μέρος να χρειάζεται μια τέτοια λέξη;
Το λένε Ακρωτήρι, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα αρχιπέλαγος δέκα νησιών στον Ατλαντικό Ωκεανό, 570 χιλιόμετρα μακριά από την πιο κοντινή ηπειρωτική στεριά, τα παράλια της Δυτικής Αφρικής.
Νησιά ακατοίκητα μέχρι το 1456, οπότε ανακαλύφθηκαν και αποικίστηκαν από τους Πορτογάλους και έγιναν εμπορικός σταθμός όπου οι σκλάβοι μεταφέρονταν από τη Δυτική Αφρική και διακινούνταν σε Ευρώπη και Αμερική. Οι πρώτοι καπεβερντιάνοι ήταν λοιπόν είτε άποικοι είτε σκλάβοι. Οι πολιτισμοί μπερδεύτηκαν, οι σχέσεις κυριαρχίας σε ανθρώπους και φύση χάλασαν τα νησιά, η μετανάστευση έγινε το δομικό στοιχείο του τόπου: όλοι ή έφευγαν ή γύριζαν από κάπου.
Ω, Θάλασσα, πήγαινε τους αυτή τη μόρνα.
Πες τους ότι μια μέρα τα παιδιά μας
δεν θα νοσταλγούν πια την πατρίδα τους
Οι μητέρες μας δεν θα θρηνούν πια τα παιδιά τους που έφυγαν
με πλοίο για μια ξένη γη
Οι σκλάβες που μεταφέρθηκαν στο αρχιπέλαγος από τη Δυτική Αφρική, έφτιαχναν αυτοσχέδια τραγούδια που μιλούσαν για τα καθημερινά τους προβλήματα, για την άθλια ζωή των σκλάβων. Πώς αλλιώς θα τα κατάφερναν; “Μετά τη σιωπή, αυτό που είναι πιο κοντά στο να μπορέσει να εκφράσει το ανείπωτο είναι η μουσική” έγραψε ο Άλντους Χάξλεϋ το 1931 στο δοκίμιό του Το υπόλοιπο είναι σιωπή και δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος άλλος να το έχει εκφράσει πληρέστερα.
Απόγονος αυτών των γυναικών και κληρονόμος των πρώτων Cantadeiras (τραγουδίστριες), η Σεζάρια Έβορα άρχισε να τραγουδάει ως έφηβη στις μικροσκοπικές ταβέρνες του λιμανιού Μιντέλο. Ο μουσικός πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν μικρή και η Έβορα μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Στα δεκάξι της, ήταν ήδη κουρασμένη: έπινε σκωτσέζικο ουίσκι, κάπνιζε αρειμανίως και μάγευε τους θαμώνες με μπαλάντες της μόρνα, τραγούδια για την απώλεια, τον αποχωρισμό, τη νοσταλγία. “Τραγουδούσα για να κρατάω τα θλιβερά πράγματα μακριά” είπε αργότερα. Πάντα χωρίς παπούτσια. Η ξυπόλυτη ντίβα.
Η ζωή μου είναι χωρίς ρίζες
σαν τη μοίρα ενός γιου από το Πράσινο Ακρωτήριο
με μια ασταθή γαλήνη (…)
Η μοίρα μου είναι να υποφέρω
Σε νοσταλγική σιωπή
Εκτός από τη μόρνα, στο Cape Verde υπάρχει η μουσική Φουνανά (Funana) και η μουσική Μπατούκου (Batuku). Η Φουνανά είναι μια αντιστασιακή μουσική που γεννήθηκε σε πλήρη απομόνωση στα βουνά του νησιού Σαντιάγο, από μαύρους που αντιστέκονταν στη βία των δουλοκτητών. Αργότερα, αυτοδίδακτοι δεξιοτέχνες μουσικοί από τα βουνά έγιναν πρεσβευτές του ήχου Φουνανά σε όλη τη χώρα, παίζοντας ανάμεσα σε κυκλικές ομάδες γυναικών με λευκά φορέματα, θυμίζοντας τους βραζιλιάνικους τρόπους. Ένας μουσικός που ξύνει μια ατημέλητη σιδερένια ράβδο, την γκάιτα, που ακουμπάει στον ώμο του, και οι γυναίκες να χορεύουν, αυτό ήταν.
Και αυτοί οι μουσικοί απέκτησαν μια θέση παρόμοια με αυτή των δυτικοαφρικανών Γκριό (Griots), αποθετήρια ιστορίας που μεταδίδεται μέσα από τα τραγούδια. Τηρουμένων των αναλογιών, μικροί Όμηροι. Φυσικά, οι παραδόσεις και τα πάρτι Φουνανά ήταν απαγορευμένα από τους πορτογάλους αποικιοκράτες. Ε και; Ακόμα και με την απαγόρευση κυκλοφορίας στις οχτώ το βράδυ, τα πάρτι του Φουνανά συνεχίστηκαν, οδηγώντας σε πρόστιμα και συλλήψεις και ποιος ξέρει τι άλλο. Το να παίζεις έστω και μερικές νότες κάτω από τα αστέρια έγινε μια μικρή αλλά ισχυρή πράξη αντίστασης.
Η Μπατούκου είναι μάλλον το παλαιότερο είδος μουσικής του Πράσινου Ακρωτηρίου, που γεννήθηκε με την άφιξη των πρώτων γυναικών αφρικανών σκλάβων στα νησιά. Κι εδώ οι γυναίκες κάθονταν μαζί, μια παρέα, χτυπούσαν ρυθμικά ένα ύφασμα τοποθετημένο ανάμεσα στους μηρούς τους, ώστε ο ήχος να γίνεται υπόκωφος, δημιουργώντας έναν ρυθμό “βαθιάς ψυχής”, ενώ άλλες χόρευαν κουνώντας μέση και γοφούς. Το Μπατούκου απαγορεύτηκε κι αυτό από τους Πορτογάλους σε όλη τη διάρκεια της αποικιακής περιόδου, επειδή θεωρήθηκε αισθησιακή πρόκληση αντίθετη με τις πορτογαλικές χριστιανικές αξίες. Ξελόγιαζε τους άντρες, είπε η “αστυνομία ηθικής” της Καθολικής εκκλησίας, λέει η Σελίνα Περέιρα στο ντοκιμαντέρ The Sound of Cape Verde, ενώ μια άλλη γυναίκα επισημαίνει: “Ο χορός αυτός δεν απευθύνεται στους άντρες. Μια γυναίκα που χορεύει μπατούκου χορεύει για την ψυχή της. Κλείνει τα μάτια της κι εστιάζει μόνο στο χορό”.
Τη στιγμή που η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1975, οι γυναίκες άρχισαν να παίζουν ξανά Μπατούκου – πράγμα που μας επιβεβαιώνει πως δεν σταμάτησαν ποτέ. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε ούτε τηλεόραση ούτε ηλεκτρικό ρεύμα στα περισσότερα μέρη του Cape Verde, το Μπατούκου έγινε μια στιγμή κοινωνικότητας στο μικρό χωριό ή τη γειτονιά. Τις περισσότερες φορές, ήταν γυναίκες μπροστά στα σπίτια τους. Έπαιζαν μουσική, τραγουδούσαν και χόρευαν με ένα μαντήλι δεμένο στη μέση, το ίδιο που χρησιμοποιούσαν για να κουβαλούν τα παιδιά τους στην πλάτη και να καλύπτουν τα μαλλιά τους όταν εργάζονταν. Το μαντήλι και κατ’ επέκταση το Μπατούκου συμβόλιζε τη σκληρή δουλειά και το θάρρος της γυναίκας του Πράσινου Ακρωτηρίου. Επιπλέον όμως, το Μπατούκου ήταν και ένα άτυπο δικαστήριο γυναικών. Αν ένας άνδρας κακοποιούσε μια γυναίκα, οι Batucadeiras αυτοσχεδίαζαν στίχους για να τον διαπομπεύσουν σε όλο το χωριό…
Αχ θάλασσα ανοιχτή
Εσύ που μου χαρίζεις
Το ποίημα που μου ραγίζει την καρδιά
Οι γυναίκες του Cape Verde δεν σταμάτησαν ποτέ να τραγουδούν. Από εκείνες που έμεναν πίσω για να φροντίσουν τις οικογένειές τους κι έβρισκαν στη μουσική έναν τρόπο να εκφράσουν τις εμπειρίες τους, να πουν ιστορίες αγάπης, μετανάστευσης και απώλειας αλλά και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους μέσα από το μπατούκου, μέχρι τις σύγχρονες κοπέλες που αναμιγνύουν τη μόρνα και τη φουνανά με είδη όπως η τζαζ, η χιπ χοπ και το άφρομπιτ.
“Είμαστε σε μια μικρή χώρα, αλλά έχουμε μεγάλα όνειρα” λέει η Παουλίνα Τεϊσέιρα, που, με έδρα την Πράια, έχει διανύσει στα 39 της μια 25χρονη τραγουδιστική καριέρα. “Η Σεζάρια μας άνοιξε την πόρτα, ακόμα και η Μαντόνα μας γνωρίζει χάρη σε αυτήν. Ναι, είμαστε μια μικρή χώρα χωρίς βροχή, δέκα χαμένοι κόκκοι (dez graoes no mar) στον Ατλαντικό. Είμαστε φτωχοί αλλά η καρδιά μας είναι μεγάλη, όπως και η φωνή μας και ο πολιτισμός μας.”
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι ένα πλατύφυλλο δέντρο
Φυτεμένο στη μέση του Ατλαντικού,
τα κλαδιά του έχουν απλωθεί
σε όλο τον κόσμο
Κάθε φύλλο είναι ένας αγαπημένος γιος
Που έχει πάει μακριά, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό
αναζητώντας ένα καλύτερο
και πιο αξιοπρεπές μέλλον
Η Φατού Τζακιτέ γεννήθηκε στο Μπισάου-Γουινέα αλλά μεγάλωσε στο Πράσινο Ακρωτήριο. Είναι “πολυκαλλιτέχνιδα”, όπως λέει η ίδια χαμογελώντας, αλλά και μητέρα και κοινωνική ακτιβίστρια. Με τη μουσική της αποκαλύπτει την πολλαπλή της ταυτότητα, με ρίζες στα δύο αρχιπελάγη, καθώς και στην Αφρική και τη Βραζιλία. Το πρωί παντρεύει κληρονομιές, το απόγευμα καταρρίπτει στερεότυπα. “Έχουμε τόσα πολλά να πούμε ως γυναίκες του Πράσινου Ακρωτηρίου και τώρα τα λέμε με τρόπους που είναι πιο δυνατοί από ποτέ”, ισχυρίζεται η Φατού, που έχει ανακηρυχθεί μία από τις 100 πιο επιδραστικές προσωπικότητες του κόσμου της Λατινικής Αμερικής. “Πρέπει να πούμε τις ιστορίες μας. Γι’ αυτό παρουσιάζω τον πολιτισμό μας, τις μαύρες γυναίκες μας, το κριολ μείγμα μας.”
Οι γυναίκες ως τώρα μόνο τραγουδούσαν, δεν έπαιζαν μουσικά όργανα. Σήμερα αυτό αλλάζει.
Όλο και περισσότερες γυναίκες μαθαίνουν κιθάρα, πιάνο και κρουστά, γίνονται αρχηγοί σε συγκροτήματα, συνθέτριες και παραγωγοί, και αυτό μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται η μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου. Η Ζουμπικίλα Σπένσερ είναι μια ακτιβίστρια, αγωνίζεται κατά των γάμων ανηλίκων, και ταυτόχρονα καταπληκτική πολυοργανίστρια που παίζει κιθάρα και ντραμς. “Ήξερα ότι αν ήθελα να φτιάξω τον δικό μου ήχο, να δημιουργώ τη μουσική μου από την αρχή μέχρι το τέλος, έπρεπε να μάθω να παίζω τα όργανα μόνη μου” εξηγεί η Ζουμπικίλα, με τα μακριά λευκά ράστα της να αγγίζουν το πρόσωπό της.
————————————————————————
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι ένα πλατύφυλλο δέντρο
Ο λαός μας είναι ενωμένος
Με ειρήνη και κοινωνική χάρη
Πράσινο Ακρωτήριο, μικρό και αγαπημένο.
Διαβάζω πως τo Πράσινο Ακρωτήριο έχει αποφύγει τις εμφύλιες διαμάχες που βασανίζουν την αφρικανική ήπειρο. To κέντρο των πόλεων είναι γεμάτο γκράφιτι με μηνύματα ενάντια στο ρατσισμό, στη βία, στον πόλεμο. Οι Καπεβερντιάνοι έχουν καταφέρει ένα προσδόκιμο ζωής στα 71 χρόνια, σχεδόν το διπλάσιο από κάθε χώρα της υποσαχάριας Αφρικής, ιδιαίτερα χαμηλό αναλφαβητισμό και ένα κατά κεφαλήν εισόδημα στις πρώτες θέσεις της Αφρικής.
Το 1991 διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στο Cape Verde – μια δύσκολη υπόθεση σε μια χώρα διαιρεμένη σε πολλά νησιά, που το καθένα χρειάζεται μια ειδική προσέγγιση. Τα πολιτικά κόμματα βρήκαν λοιπόν μια πρωτότυπη λύση για να μεταδώσουν με επιτυχία τα μηνύματα της προεκλογικής τους εκστρατείας σε μεγάλο κοινό με ανοιχτά αυτιά: τις συναυλίες! Η απόκτηση ψήφων προϋπέθετε την αξιοποίηση της περίπλοκης ταυτότητας των καπεβερντιάνων, και οι πολιτικοί όλων των αποχρώσεων έλαβαν σοβαρά υπόψιν την πεποίθηση του ηγέτη της ανεξαρτησίας Αμίλκαρ Καμπράλ ότι “ακόμα κι αν στο Πράσινο Ακρωτήριο υπήρχε πλειοψηφία λευκού ιθαγενούς πληθυσμού, οι κάτοικοι του δεν θα σταματούσαν να είναι Αφρικανοί”. Ίσως έτσι εξηγείται που οι προεκλογικές εκστρατείες, ακόμα και των πιο συντηρητικών κομμάτων, έγιναν υπό αφρικανικούς ρυθμούς και μουσικά στυλ που πολλοί από τους υποψηφίους ίσως και να απέφευγαν μέχρι τότε…
Μα ήταν οι γυναίκες εκείνες που κράτησαν αυτούς τους ρυθμούς ζωντανούς στα χρόνια της σιωπής και της αποικιοκρατίας και σήμερα τους ανακατεύουν με νέα ηχοχρώματα αλλά και με νέες κοινωνικές διεκδικήσεις. Από τις κρυφές συναντήσεις των Batucadeiras που αψηφούσαν την αποικιοκρατία μέχρι τις σύγχρονες underground σκηνές του Μιντέλο, το γυναικείο τραγούδι στο Πράσινο Ακρωτήριο ήταν πάντα (και) μια πράξη αντίστασης. Δεν πρόκειται απλώς για φολκλόρ ή μελαγχολικές μελωδίες, είναι μια ζωντανή, ασταμάτητη δύναμη. Το Cape Verde παραμένει ο τόπος εκείνος που οι γυναίκες τραγουδούν την ελευθερία τους.
Δείτε
- Στην Πατρίδα της Ξυπόλυτης Ντίβας, των Jan Kerhart, Ulrich Stein (2024)
- Sound of Cabo Verde, ντοκιμαντέρ του 2024
Ακούστε
Τη λίστα μας στο spotify:
Ή μερικά τραγούδια:
https://www.youtube.com/watch?v=LKRFJeD9Mu4&t=93s
https://www.youtube.com/watch?v=VFg-Skar8k4
https://www.youtube.com/watch?v=IdqnNo1mqko&t=109s
youtube.com/watch?v=fFz9FIvK9bo&time_continue=134&source_ve_path=NzY3NTg&embeds_referring_euri=https%3A%2F%2Ftigresounds.com%2F
youtube.com/watch?v=hCP8wO1Lj5A&time_continue=45&source_ve_path=NzY3NTg&embeds_referring_euri=https%3A%2F%2Fwww.auxsons.com%2F
Διαβάστε (πηγές)
https://www.buala.org/en/stages/the-story-of-morna-cape-verde-s-music-of-displacement-and-return
https://worldmusiccentral.org/cape-verdes-new-wave-of-women-vocalists-stepping-out-of-cesaria-evoras-shadow/
https://africasacountry.com/2019/10/cape-verdes-culture-of-recalcitrance
https://artsandculture.google.com/entity/cape-verde/m01nqj?hl=en
https://artsandculture.google.com/story/SQUBdcUf48eZLQ?hl=en
https://www.auxsons.com/en/breves/sounds-of-the-world-cape-verde-a-national-day-celebrating-batuku/
https://tigresounds.com/cape-verdean-artists-you-need-on-your-radar/
https://www.npr.org/2017/11/08/562575877/shocking-omissions-ces-ria-voras-ces-ria
https://newbedfordlight.org/local-cape-verdean-women-empowered-by-effort-to-recapture-ancestors-history/
https://www.travel.gr/experiences/capo-verde-taxidi-sto-melodiko-akrotiri-toy-at/
https://www.travelstories.gr/community/threads/
Σημείωση: Οι ενδιάμεσοι στίχοι είναι από διάφορα τραγούδια, όπως το Sodade, το τραγούδι του Μανουέλ Ντ’Νόβας «Paraíso di Atlantico» και από το το «Mar azul» του Φρανθίσκο Ξαβιέ ντα Κρουζ. Οι μεταφράσεις τους έγιναν με χρήση Google translation.
Σχετικές Polaroid stories