(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Κοιτώντας αυτόν τον πίνακα του Ρέμπραντ σκεφτόμουν πως αν επρόκειτο για επιτόπιο ρεπορτάζ, ο επόμενος πίνακας θα έδειχνε ή ένα πλοίο τσακισμένο ή ένα πλοίο που νίκησε την καταιγίδα και φτάνει τώρα σε μια ομαλή ακτή με λευκή άμμο και κοκοφοίνικες. Λίγο λίγο, ήρθε στο μυαλό μου ο πειρατής Μισόν. Ο πειρατής Μισόν μαζί με τον άθρησκο παπά Καρατσόλι και τους φίλους τους είχαν κάνει πράξη τα συνθήματα της γαλλικής επανάστασης, έναν αιώνα πριν τη γαλλική επανάσταση, ακριβώς τη στιγμή που ο Μισόν σήκωσε στο πλοίο του μια λευκή σημαία με τη λέξη «ελευθερία» σκεπτόμενος πως οι άνθρωποι είναι ωραίο να ζουν σε κοινότητες με βάση τις αρχές «Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη». Έτσι, σ’ έναν ήρεμο κόλπο της Μαδαγασκάρης, με λευκή άμμο και κοκοφοίνικες ενδεχομένως, φτιάχτηκε η Λιμπερτάτια που την κατοικούσαν άνθρωποι σαν κι εμάς οι οποίοι όμως ονόμασαν τους εαυτούς τους Λίμπερι. Οι Λίμπερι μιλούσαν μια δική τους γλώσσα, μίξη πολλών γλωσσών, λήστευαν πλοία, απελευθέρωναν σκλάβους, κατάργησαν το χρήμα, κατάργησαν τα βασανιστήρια και τη θανατική ποινή, και εφάρμοσαν την ανεξιθρησκεία, την κοινοκτημοσύνη, την ισότητα.
Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ γράφει στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας ότι η Λιμπερτάτια ήταν ο τόπος που σου έδινε το δικαίωμα να ζεις με συντρόφους που διάλεξες ο ίδιος και με νόμους που έφτιαξες ο ίδιος. Ωραίο ακούγεται, είτε ήταν αληθινό εγχείρημα είτε δημιούργημα λογοτεχνικής φαντασίας. Και τώρα που το κοιτάζω καλύτερα, νομίζω πως το πλοίο του Ρέμπραντ έφτασε κάπου. Το πού και τι απέγινε, είναι δουλειά των ανθρώπων, όχι της καταιγίδας.
[Rembrandt van Rijn: Ship at sea, 1633]