(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Όσο μερικά πράγματα ξεφεύγουν από τα χέρια μας
και χάνονται χωρίς τη θέλησή μας, τόσο η σιωπή μας
θα τα κάνει να περνιούνται για φανταστικές ιστορίες
ακόμα κι αν όλα αυτά είναι γεγονότα που θα μπορούσαν
ν’ αποδειχτούν μ’ ελάχιστη προσπάθεια κι αναζήτηση στους τόπους
όπου συνεχίζουμε, τόσο παράδοξα, να ζούμε.
– Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ, 1742
Υπήρξαν εποχές, όχι πολύ μακρινές μας, που οι άνθρωποι δεν διανοούνταν πως ένα έμβιο ον μπορεί να εξαφανιστεί. Δεν το διανοούνταν όχι από καλή καρδιά, αλλά επειδή η θρησκεία δεν επέτρεπε τέτοιο συλλογισμό, παραδοχή ή διαπίστωση. Και η θρησκεία τότε όριζε τις σκέψεις των ανθρώπων, συνεπώς οτιδήποτε έξω από τον αποδεκτό λόγο τοποθετούνταν στη σφαίρα του αδιανόητου, ενίοτε και του αιρετικού.
Πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να αποδεχτούν οι άνθρωποι ότι ένα είδος ζωντανών οργανισμών μπορούσε να εξαφανιστεί, αφού ο θεός το είχε φτιάξει για να ζήσει στη γη; Και καλά για τα είδη που μάθαιναν πως υπήρξαν κάποτε, αυτά απλώς δεν χώρεσαν στην Κιβωτό στη διάρκεια του κατακλυσμού, εύκολη απάντηση, τι γίνεται όμως με τα είδη που τα βλέπαμε κυριολεκτικά χθες και από σήμερα δεν θα τα ξαναδούμε; Πώς να δεχτεί ο απλός άνθρωπος, που ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο θρήσκος, είχε μάθει έναν μονοδιάστατο τρόπο σκέψης, ότι η θαλάσσια αγελάδα του βορρά εξαφανίστηκε, μόλις 27 χρόνια μετά την καταγραφή της από τον θεολόγο και φυσιοδίφη Στέλερ; Και μάλιστα εξαφανίστηκε χωρίς κατακλυσμό, μετεωρίτη ή άλλη καταστροφή, μόνο και μόνο επειδή τη σκοτώσαμε; Αδύνατον, κάτι μας κρύβουν, δεν θα μας κοροιδέψουν αυτοί.
Σήμερα, λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν πως υπάρχει ένα ον που λέγεται θαλάσσια αγελάδα. Λέω υπάρχει κι όχι υπήρξε, διότι στα νερά του νότου έχει προς το παρόν επιβιώσει και τριγυρνάει ακόμα. Η θαλάσσια αγελάδα που εξαφανίστηκε είναι εκείνη του Βορρά, και θα δούμε πώς. Η φινλανδή συγγραφέας Iida Turpeinen φέρνει στην επιφάνεια το θέμα στο βιβλίο της Έμβια όντα και μας μαθαίνει πολλά, για διάφορα θέματα, καθώς πιάνει την ιστορία σε τρία σημεία: α. το 1741 που ο Γκέοργκ Βίλχελμ Στέλερ ανακάλυψε τη θαλάσσια αγελάδα ταξιδεύοντας με το πλήρωμα του καπετάνιου Μπέρινγκ, β. το 1839 που ο κυβερνήτης της ρώσικης αποικίας στην Αλάσκα βρήκε το χαμένο σκελετό του τεράστιου θηλαστικού, και γ. το 1952 που ο Γιον Γκρένβιλ, συντηρητής στο Φινλανδικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, ανέλαβε να επανασυναρμολογήσει το σκελετό. Σε αυτές τις χρονικές στάσεις το βιβλίο, μεταξύ μυθιστορήματος και ιστορικού πονήματος, και πάντα μέσα από το πώς και γιατί της θαλάσσιας αγελάδας, μας δίνει πολλές πληροφορίες, όπως για τη θέση της γυναίκας στις διάφορες εποχές και καταστάσεις, για την ανθρώπινη απληστία αλλά και τη φιλοδοξία των επιστημών που κάποτε υπερβαίνει το μέτρο, για τη σκληρότατη ρώσικη αποικιοκρατία που εξόντωσε πολλές φυλές, τους Αλεούτους, τους Σουγκπιάκ, τους Τλίνγκιτ, αλλά και πολλή φύση και πολλούς ζωντανούς οργανισμούς με πρώτες τις καημένες τις βίδρες…
Η ηρωίδα μας λοιπόν, η θαλάσσια αγελάδα του Στέλερ, όπως επικράτησε να λέγεται, κατάγεται από τον ελέφαντα, τον στεριανό γνωστό μας ελέφαντα, και ανήκει στην οικογένεια των σειρηνοειδών. Πρόκειται δηλαδή για σειρήνες, γοργόνες. Όχι, δεν είναι παραμύθι, αν και ομολογώ πως στην περίπτωση των θαλάσσιων αγελάδων μύθος και πραγματικότητα έρχονται πολύ κοντά. “Σύμφωνα με μια θεωρία”, λέει η Iida Turpeinen, “ο παραλληλισμός των θαλάσσιων αγελάδων με ανθρωπινα όντα της θάλασσας, έχει τη βάση του στον τρόπο με τον οποίο τα ζώα αυτά παρατηρούν τον κόσμο από την επιφάνεια του νερού: επιπλέουν και βγάζουν το κεφάλι τους από το νερό, και, σε αντίθεση με τα ψάρια και τις φάλαινες, το είδος αυτό έχει τη δυνατότητα να γυρίζει το κεφάλι του προς κάθε κατεύθυνση.” Έτσι λοιπόν οι ναύτες, που δεν ήξεραν τίποτα για θαλάσσιους λέοντες και άλλα τέτοια πλάσματα, ήξεραν όμως για ιστορίες γυναικών με ουρά ψαριού που ζουν στα βάθη της θάλασσας, σύνδεσαν τις θαλάσσιες αγελάδες με αυτές τις γυναίκες. Απλό. Υπάρχει μάλιστα μια παρατήρηση στα γραπτά του Χριστόφορου Κολόμβου για έναν ναύαρχο του πήγε στην Αϊτή και είδε τρεις γοργόνες στη θάλασσα, τρεις γοργόνες που δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο όμορφες όσο άφηναν να εννοηθεί οι λαϊκοί μύθοι…
Η ύπαρξη των γοργόνων μας του Βορρά ήταν γνωστή. Για την ακρίβεια, πιθανολογούνταν. Και ο δαιμόνιος κύριος Στέλερ, όταν το 1741 είδε μια απ’ αυτές, ναυαγός με το υπόλοιπο πλήρωμα του πλοίου στο νησί των αλεπούδων κάπου στον πορθμό που σήμερα λέμε Βερίγγειο, αυτή τη στενή λωρίδα θάλασσας ανάμεσα στη Σιβηρία και στην Αλάσκα, ανάμεσα στον Ειρηνικό και στο Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό, την κατάλαβε!! Δυστυχώς για εκείνη, ήταν νόστιμη και επίσης εύκολη για δολοφονία. Έτσι, ενώ είχε επιβιώσει εξελισσόμενη για περίπου δύο εκατομμύρια χρόνια πριν την εμφάνιση του ανθρώπου στο προσκήνιο, ενώ είχε κολυμπήσει από τις προϊστορικές νότιες θάλασσες προς τις βόρειες αναπτύσσοντας μοναδικούς μηχανισμούς προστασίας, μεταξύ των οποίων και το γιγάντιο μέγεθος της, ενώ είχε προσαρμοστεί σε όλες τις κλιματικές αλλαγές, δεν κατάφερε να αντισταθεί στο τρομερό θηρίο που άρχισε ξάφνου να λυμαίνεται τη γη.
“Μέχρι τότε, οι θαλάσσιες αγελάδες δεν είχαν νιώσει απειλή από κανένα θηρευτή. Όμως, όπου εμφανίστηκε ο άνθρωπος, τα μεγάλα είδη άρχισαν να εξαφανίζονται: αρκούδες των σπηλαίων, άγριοι ρινόκεροι, γιγάντιοι λύκοι, μαρσιποφόροι λέοντες… Ούτε και η θαλάσσια αγελάδα μας αντιστάθηκε. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Ένα τεράστιο, χοντρό, σαρκώδες ζώο χωρίς χαυλιόδοντες ή κοφτερά νύχια. Στο τέλος απέμεινε μόνο ένα κοπάδι. Ένα μοναχικό κοπάδι στο πιο απομακρυσμένο νησί του συμπλέγματος των Αλεούτιων νήσων, παγιδευμένο αλλά ασφαλές και ανέμελο, που, σε αντίθεση με άλλα κοπάδια, συνέχιζε την ανέμελη ζωή του και πολλαπλασιαζόταν μαζί με τις αλεπούδες, τις ενυδρίδες και τα πουλιά.” Αυτό το κοπάδι βρήκε ο Στέλερ.
Πυροβόλησαν και έσφαξαν σαράντα αγελάδες, μπόρεσαν να φάνε οχτώ. Τότε γιατί; Ίσως μόνο επειδή δεν είχαν μάθει να σέβονται τα άλλα πλάσματα, παρόλο που ήταν κι αυτά του θεού τους, τι υποκρισία. Ή ίσως επειδή δεν διανοούνταν πως θα μπορούσαν να τις εξολοθρεύσουν όλες, αφού ήταν αδύνατο να πιστέψουν πως ο θεός θα μπορούσε ποτέ ν’ αλλάξει γνώμη και να διαταράξει με τρόπο μη αναστρέψιμο την τάξη του κόσμου, που είναι από τη φύση της αιώνια κι αδιάσειστη, σωστά; Το ζωικό βασίλειο ήταν γι’ αυτούς ένα τέλεια σχεδιασμένο σύστημα και η ιδέα πως οποιοδήποτε πλάσμα θα μπορούσε κάποια στιγμή να εξαφανιστεί ήταν απλώς παράλογη κι ασύμβατη με το θεό και τη βούλησή του.
Η οριστική καταστροφή ήρθε λίγα χρόνια μετά, μαζί με τους γουνοθήρες. “Αυτοί κυνηγούσαν αλεπούδες και βίδρες, οι θαλάσσιες αγελάδες ήταν γι’ αυτούς απλώς μια λιχουδιά. Το 1754 σκότωσαν πεντακόσιες θαλάσσιες αγελάδες. Από όλα αυτά τα νεκρά πλέον πλάσματα, χρησιμοποίησαν για τροφή το ένα πέμπτο. Αυτό σημαίνει πως τετρακόσια πτώματα θαλάσσιων αγελάδων, τετρακόσια σάπια κουφάρια στα ρηχά του νησιού, ένα εκατομμύριο εξακόσιοι τόνοι κρέατος, εικοσι τέσσερις χιλιάδες σπόνδυλοι, θάφτηκαν αργά στη λάσπη του βυθού. Έτσι, χιλιάδες χορτασμένοι αχινοί σκαρφάλωσαν από τον βυθό σε τεράστιες εκτάσεις γεμάτες κόκαλα που εμφανίστηκαν στις ακτές. Ένα τρικούβερτο γλέντι στην τροφική αλυσίδα ξεκίνησε. Οι αχινοί αναπαράγονται τώρα ανεμπόδιστα αφού και οι βίδρες έχουν εξαφανιστεί από το υπερβολικό κυνήγι, δεν είναι εκεί κανείς να πατήσει τους αχινούς… Οι άπειροι αχινοί τρώνε τα φύκια μέχρι τέλους, και οι εναπομείνασες θαλάσσιες αγελάδες, που τρώνε μόνο φύκια οι καημένες, πεινάνε.

Από τα μικρά αγελαδάκια που είδε ο Στέλερ, κανένα δεν πρόλαβε να πεθάνει από γηρατειά. Είκοσι επτά μόλις χρόνια αφότου εκείνος εντόπισε για πρώτη φορά τη θαλάσσια αγελάδα, οι γουνοθήρες συναντούν ένα μόνο ζώο στα παράκτια νερά του νησιού. Όσο κι αν περιπλανηθεί, όσο κι αν αναζητήσει το ταίρι του, δεν θα βρει κανέναν, είναι μόνο του. Το είδος έχει σβήσει. Ο καημένος ο Στέλερ πίστευε πως το ζώο που ανακάλυψε θα θρέψει ολόκληρη τη Σιβηρία για πάντα, αλλά υποτίμησε πολύ την ανθρώπινη απληστία.” … …
Σήμερα, η τελευταία ξαδέλφη της θαλάσσιας αγελάδας ζει κυρίως στον Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο και το μέλλον της είναι αβέβαιο, ενώ από τη θαλάσσια αγελάδα του Στέλερ έχουν απομείνει σε ολόκληρο τον κόσμο λιγότεροι από 10 ολοκληρωμένοι σκελετοί, που έχουν σχεδόν όλοι συναρμολογηθεί από οστά διαφορετικών ατόμων. Μόνο αυτός στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ελσίνκι, στην αίθουσα “Τα οστά αφηγούνται”, ανήκει σε ένα μόνο άτομο. Αυτόν τον πελώριο, παράξενο σκελετό είδε η Iida Turpeinen και της ήρθε η ιδέα να γράψει το μυθιστόρημα Έμβια όντα, ευτυχώς για εμάς. Το βιβλίο τελειώνει έτσι: