(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Βρισκόμαστε στο Ξενοδοχείο Lutetia, ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα της Αρτ Νουβό στο Σεν Ζερμέν του Παρισιού, εδώ έμεναν κάποτε άνθρωποι όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Σαρλ Ντε Γκολ, o Αντρέ Ζιντ και ο Τζέιμς Τζόις, εδώ μαζεύονταν και τα έλεγαν εξόριστοι γερμανοί αντιναζιστές όπως ο Χάινριχ Μαν και ο Βίλι Μπραντ, εδώ στεγάστηκε η ναζιστική Αντικατασκοπεία, και, το σπουδαιότερο, εδώ οργανώθηκε ένα μεγάλο κέντρο επαναπατρισμού για τους εκτοπισμένους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεταξύ αυτών και η Σιμόν Βέιλ. Στην αρχική σελίδα της ιστοσελίδας του ξενοδοχείου υπάρχει η φράση “Εκεί όπου η παριζιάνικη κληρονομιά συναντά την καλλιτεχνική πολυτέλεια και ενώνει το Παρίσι του σήμερα με το 1910″. Και βεβαίως είναι έτσι. Στο μενού της ιστοσελίδας βλέπω τις κατηγορίες δημοσιεύσεων: stay, dine, wellness, celebrate, meet. Ψάχνω απορημένη να βρω κάπου, σε μια ακρίτσα, ένα “history”, τίποτα. Αν δεν είχα διαβάσει το βιβλίο σας, κύριε Ασουλίν, δεν θα ήξερα τίποτα για το Hotel Lutetia, έχουν κάποιο δίκιο όσοι λένε πως η λογοτεχνία κρατάει πολλές φορές τη μνήμη ζωντανή, κάτι που η επίσημη Ιστορία δυσκολεύεται να κάνει διότι η Ιστορία επιλέγει λιγάκι τι θα πει και τι θα καταχωνιάσει ενώ η Λογοτεχνία, η Τέχνη γενικότερα, είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει ό,τι έγινε και ό,τι αισθάνθηκε κανείς. Ο Πιερ Ασουλίν μορφάζει, σε μια προσπάθεια χαμόγελου. Έναν διπλό εσπρέσο παρακαλώ. Εγώ έναν καπουτσίνο με κανέλα.
Ερ. Αγαπητέ κύριε Ασουλίν, καλώς ήρθατε στη φανταστική αυτή συνάντησή μας, με τιμάτε πολύ. (χαμογελάει). Ενώ γεννηθήκατε το 1953 στο Μαρόκο, δηλαδή κάποια χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού και μάλιστα όχι σε ευρωπαική χώρα, βλέπω πως στα βιβλία σας ψάχνετε πολύ συχνά τι υπήρξε πίσω από τον ναζισμό, τι άλλαξε με την επικράτησή του τα μαύρα εκείνα χρόνια και τι άφησε πίσω του στην Ευρώπη… Θέλετε να μας πείτε μερικούς λόγους που επιστρέφετε ξανά και ξανά στο θέμα αυτό;
Απ. Ο Κεφίρ, ο ήρωας μου στο Ξενοδοχείο Lutetia, λέει σ’ ένα σημείο, όπου χρονικά είμαστε στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία: “Άκουγα ραδιόφωνο, ψάχνοντας τραγούδια ή μουσική τζαζ, και με αηδίαζαν όλο και περισσότερο οι (γάλλοι) δημοσιογράφοι που είχαν αναλάβει να εκφωνούν τα νέα του υπολοιπου κόσμου με ύφος εξαιρετικά αλαζονικό και περιφρονητικό. Όπως ο εκφωνητής του Radio Paris όταν ανακοίνωνε: «Ο εβραίος συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ αυτοκτόνησε στη Βραζιλία». Λες και είχε ζήσει χωρις εθνικότητα, λες και δεν ήταν ποτέ του Αυστριακός”. Να ένας λόγος για μένα, ο Στέφαν Τσβάιχ δεν θεωρούνταν πια αυστριακός.
Ένας άλλος: Ο σατιρικός συγγραφέας Καρλ Κράους είχε πει αναφερόμενος στους γερμανούς ότι ένας λαός δικαστών και δημίων είχε διαδεχτεί έναν λαό ποιητών και στοχαστών. Και πράγματι, οι δυνατότητες βαρβαρότητας του γερμανικού πολιτισμού ήταν πέραν κάθε υποψίας, οπότε τι; Αν θέλετε κι άλλα, έχω κι άλλα (χαμογελάει πικρά). Παρόλα όσα έκαναν, οι Ναζί δεν τα κατάφεραν να κλέψουν τα όνειρα… Μπορούσαν να εμποδίσουν τους ανθρώπους στη Γαλλία και σε όλες τις κατεχόμενες χώρες να έχουν μυστικά αλλά δεν μπόρεσαν να καταργήσουν την εσωτερική τους πατρίδα. Χωρίς αμφιβολία, ποτέ άλλοτε δεν ονειρεύτηκαν οι άνθρωποι όσο κατά της διάρκεια της Κατοχής. Όλα αυτά λοιπόν με κάνουν να γυρίζω ξανά και ξανά σε αυτό το θέμα. Περισσότερο απ’ όλα όμως, με συγκλονίζουν οι άνθρωποι που μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα, εβραίοι κυρίως αλλά και πολιτικοί αντιφρονούντες και άλλοι. Με συγκλονίζει το τι τράβηξαν όταν τους πήραν κι όταν τους γύρισαν – τους λίγους που γύρισαν, χωρίς οικογένεια συνήθως πια, χωρίς το σπίτι και τα πράγματά τους, και με ένα μεγάλο κενό, πώς να ξεχάσουν αυτή τη φρίκη; Και γιατί έζησαν αυτή τη φρίκη;
Ερ. Στο ίδιο βιβλίο όλο το τρίτο μέρος ασχολείται με τους ανθρώπους αυτούς, τους “εκτοπισμένους”, και μαθαίνουμε εκεί φοβερά πράγματα, κάποια δεν τα είχα σκεφτεί, όπως τις εξαντλητικές διαδικασίες ταυτοποίησης τους, που φαίνονται κάπως απάνθρωπες ήταν όμως απαραίτητες γιατί είχαν παρεισφρήσει ψεύτες και απατεώνες, ναζί, συνεργάτες των ναζί, εγκληματίες, που προσποιούνταν πως ήταν κι οι ίδιοι εκτοπισμένοι… Είναι τόσο συγκλονιστικές οι περιγραφές σας εκεί, τόσο ανθρώπινες, τόσο ρεαλιστικές, που πραγματικά έκλαψα, το ίδιο βαθύ συναίσθημα είχα με ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του Άαρον Άπελφελντ, που έκλαψα με λυγμούς σαν παιδάκι. Θέλετε να μας πείτε αν καταλήξατε κάπου μέσα από αυτή την καταγραφή, εννοώ μέσα σας, διότι στο βιβλίο φυσικά καταλήγετε κάπου.
Απ. Ξέρετε, παρά τις προσπάθειες του γαλλικού πνεύματος με τους ωραίους σύνθετους συλλογισμούς και τις εκλεπτυσμένες αναλύσεις, πάντοτε καταλήγουμε στην ίδια θεμελιώδη αντίθεση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, που διαφέρει από εκείνη ανάμεσα στον καλό και στον κακό. Δεν θα μιλήσω ποτέ την ίδια γλώσσα με ένα συμπατριώτη μου που δεν έχει καμιά αίσθηση ηθικής. Κάποιος μου είχε πει «το παρακάνετε με την ενδοσκόπηση, δεν υπάρχει τίποτα πιο ανησυχητικό από την αδιάκοπη ενδοσκόπηση, συγκριθείτε με τους άλλους και παρηγορηθείτε».
Όμως εμένα πάντα με βασανίζει το ίδιο ερώτημα, με βασάνιζε και όταν έγραφα το βιβλίο, το μόνο θέμα για το οποίο αξίζει να προβληματίζεται κανείς δια βίου, το μόνο για το οποίο δεν θα ήταν επιλήψιμο να χάσει τα πάντα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος για να διατηρήσει την ακεραιότητά του; Γιατί χωρίς αξιοπρέπεια δεν είμαστε τίποτα. Αυτό προσπάθησαν να πάρουν λοιπόν οι Ναζί από αυτούς τους ανθρώπους, που μετά έπρεπε να επανασυνδεθούν με την απλή καθημερινή ζωή, να εξοικειωθούν και πάλι με τις χειρονομίες του πριν. Να χρησιμοποιούν μαχαιροπίρουνα για να τρώνε. Να κάθονται αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα καπνίζοντας ένα ταιγάρο. Να ξανακούσουν το χάδι του αέρα στο φύλλωμα των δέντρων. Ασήμαντα πράγματα, αλλά από την άλλη ένα ολόκληρο σύμπαν για ανθρώπους που δεν μπορούσαν να κοιμηθούν σε σεντόνια ή να φάνε ένα κανονικό φαγητό.
Ερ. Και που δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε μια στιγμή περιμένοντας πως θα ζουν και την επόμενη, ενώ εν τω μεταξύ χάνονταν οι οικογένειές τους, οι φίλοι τους, όλη τους η ζωή… Πώς αποφασίσατε το 2005, πάνω από μισόν αιώνα μετά, να γράψετε γι’ αυτούς τους ανθρώπους;
Απ. Άκουγα συχνά να λένε ότι στην πραγματικότητα από τα στρατόπεδα δεν γύρισε ποτέ κανείς. Και αναρωτήθηκα «και αυτοί;». Βλέπετε, το 1945 υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να μιλήσουν για την αλήθεια αυτού του πολέμου. Υπήρχαν όμως άνθρωποι για να την ακούσουν; Έτσι οι περισσότεροι από εκείνους που επέστρεφαν ψιθύριζαν «δεν θα σας πούμε την αλήθεια γιατί την αλήθεια δεν μπορείτε να την πιστέψετε». Τότε ήταν πολύ νωρίς.
Ερ. Ο Πρίμο Λέβι, ο Ζαν Αμερί, και άλλοι άνθρωποι που κλείστηκαν στα στρατόπεδα μπόρεσαν μόνο μετά από κάποια χρόνια να γράψουν για το τι συνέβη εκεί… Ο Άαρον Άπελφελντ, που ήταν παιδί στο Άουσβιτς, όταν έφτασε πια μόνος του στην Παλαιστίνη το 1946, δεν μπορούσε να μιλήσει, μόνο έγραφε. Και τραύλιζε.
Απ.: Κάποιοι άνθρωποι που γύριζαν από τα στρατόπεδα το θεωρούσαν ζήτημα τιμής να μην ξαναμιλήσουν ποτέ πια στα γερμανικά που για πολλούς ήταν η μητρική τους γλώσσα. Δεν το έλεγαν συνήθως, ήταν μια σκέψη καταχωνιασμένη στα βάθη της ψυχής τους. Άλλοι πάλι, αν και δεν έφταναν σε αυτό το σημείο ολικής άρνησης, θα δυσκολεύονταν για όλη την υπόλοιπη ζωή τους να προφέρουν ορισμένες λέξεις: τη λέξη Stouck για παράδειγμα δηλαδή «κομμάτι», που προσδιόριζε υποτιμητικά έναν άνθρωπο στη γλώσσα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Χρειάζονταν ένα διάστημα μέχρι να ξεμάθουν αυτή τη γλώσσα που δεν ήταν δική τους. Χρειαζόταν καιρός για να καταπνίξουν την ανακλαστική αντίδραση να λένε revier αντί για ιατρείο, χρειαζόταν καιρός για να ξεχάσουν ότι επί μήνες το όνομά τους δεν το αποτελούσαν γράμματα αλλά αριθμοί… Ξεχνιέται όμως ποτέ κάτι τέτοιο;
Ερ.: Ενώ στο Ξενοδοχείο Lutetia είμαστε την περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την κατοχή της Γαλλίας από τους Ναζί, δηλαδή τα χρόνια 1938 έως 1945, στο επόμενο βιβλίο σας, το Υπερωκεάνιο, πάτε λίγο πιο πίσω, το Φεβρουάριο του 1932, λίγους μήνες πριν ανέλθει στην εξουσία ο Χίτλερ, κι εκεί προαναγγέλετε το ναυάγιο της Ευρώπης. Στις συζητήσεις που γίνονται πάνω στο πλοίο ακούγονται όλα, γερμανοί προπαγανδίζουν τον ναζισμό, άλλοι επιβάτες αντιτίθενται, άλλοι είναι αμήχανοι. Και πολλές στιγμές μοιάζει σαν να προσπαθείτε να απαντήσετε ξανά στο ερώτημα «μα πώς αυτός ο πολιτισμός, ο γερμανικός πολιτισμός, σέρνεται πίσω από μια ολοκληρωτική καρικατούρα και οι γερμανοί είναι έτοιμοι για κάθε αθλιότητα;»… Βρήκατε απάντηση σ’ αυτό;
Απ. Πιστεύω πως είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο, μπορούμε ωστόσο να δούμε κάποιες πτυχές. Για παράδειγμα, δείτε αυτό που είχε πει ο Μπίσμαρκ, πως μόλις ο γερμανός φορέσει στολή, όποια κι αν είναι αυτή, ξεφορτώνεται κάθε ευθύνη στον ανώτερό του και ούτω καθεξής μέχρι την κορυφή της ιεραρχίας. Αυτό τους καθιστά ανίκανους να αντιταχθούν σε οποιαδήποτε εξουσία. Τότε λοιπόν, το ’32, οι άνθρωποι γνώριζαν πως ο Χίτλερ θα πάρει την εξουσία, κι αυτό θα γίνει εξαιτίας αυτού του πέρα για πέρα γερμανικού ελαττώματος: της υπακοής. Ξέρετε, φαίνεται να μην είναι σπουδαίο το ότι πρέπει να υπακούς σε διαταγές, όμως η υπακοή μπορεί να προκαλέσει μεγάλες καταστροφές. Όταν ανάγεις την υπακοή σε μέτρο της ηθικής, παραιτείσαι από κάθε υπευθυνότητα. Το μόνο που σου απομένει είναι να συναντήσεις το πρόσωπο, να σκοντάψεις πάνω στο περιστατικό ή να γλιστρήσεις σε εκείνο τον κόκκο της άμμου που θα σε κάνει να αντιμετωπίσεις την υπακοή ως χρέος.
Μια άλλη αλήθεια είναι πως η απεχθής χαρισματικότητα του Χίτλερ τα σάρωνε όλα, ο μαγνητισμός του παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του… Σε μια εποχή που ο ανθρωπισμός ήταν εκτός και η κοινωνία θεωρούσε την ευγένεια και την καλοσύνη σημάδια αδυναμίας, αυτός ο άνθρωπος που ούρλιαζε αντί να μιλάει, και μάλιστα με μια απίστευτα χυδαία ρητορική, λειτουργούσε τέλεια στα φτωχά μυαλά. Κι άλλα μπορούμε να πούμε, και ακούγονταν στα σαλόνια του Υπερωκεάνιου, όπως πως οι γερμανοί δεν είχαν πολιτικό αισθητήριο γιατί δεν τους ενδιέφερε η κοινωνία, γι’ αυτό και η επίκληση των μεγάλων αρχέγονων μύθων επιδρούσε τόσο αποτελεσματικά πάνω τους. Αλλά και το ότι οι δυτικές δημοκρατίες, προκειμένου να ξορκίσουν τον μποσλεβικισμό και το σοσιαλισμό, ήταν πρόθυμες να απαρνηθούν τις ηθικές τους αρχές και τις πνευματικές τους αξίες.
Στη διάρκεια του πολέμου, αποδείχτηκε πολύ γρήγορα ότι η έννοια της ηθικής και μια ορισμένη αντίληψη του καλού και του κακού αποτελούν τα σημεία του ορίζοντα, ακόμα κι έτσι όμως, έπρεπε να βιαστούμε να αντιδράσουμε.. Δυστυχώς δεν βιαστήκαμε.
Ερ. Στη Lutetia έχετε επιλέξει ένα πραγματικό ξενοδοχείο* ως τόπο εξέλιξης όλης της ιστορίας σας και δεν βγαίνετε στιγμή από εκεί εκουσίως, ενώ στο Υπερωκεάνιο έχετε επιλέξει έναν χώρο από τον οποίο είναι αδύνατον να βγει κάποιος, σαν να είναι όλοι, μαζί και οι αναγνώστες, εγκλωβισμένοι, και επίσης στο Υπερωκεάνειο βασίζεστε σε ένα αληθινό περιστατικό, αυτό της βύθισης του πλοίου Ζορζ Φιλιππάρ** αλλά και του σπουδαίου δημοσιογράφου Αντρέ Λορντ*** που εμφανίζεται και στο βιβλίο… Νομίζω πως σας αρέσει αυτή η ανάμιξη της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα, σαν να μας δηλώνετε πως δεν είστε σίγουρος πού τελειώνει η μια κι αρχίζει η άλλη, και, αν έχω δίκιο στην επισήμανσή μου, τότε αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον και ένα ακόμα βιβλίο σας, Οι Προσκεκλημένοι.
Απ. (γελάει) Εκεί το πρόβλημα είναι πως σε ένα αριστοκρατικό δείπνο ο δέκατος τέταρτος καλεσμένος δεν πηγαίνει, και προκειμένου να μη συμβεί η καταστροφική για τους προληπτικούς κατάσταση των δεκατριών ανθρώπων, βάζουν σαν δέκατο τέταρτο άτομο την υπηρέτρια του σπιτιού… Φυσικά το σκηνικό δεν είναι αληθινό όπως στα άλλα δύο βιβλία, αλλά περιέργως είναι απολύτως αληθινό. Καλησπέρα, καλησπέρα, χέρια που διασταυρώνονται, ω, συγγνώμη, μετά από σας, δεν πειράζει, μικρές υποκλίσεις, συστάσεις, είμαι ευτυχής, έχουμε ξανασυναντηθεί, έτσι δεν είναι, μα ναι, τα σέβη μου, ακόμα ένα παγάκι παρακαλώ. Απολύτως αληθινοί άνθρωποι που τους έχουν προσκαλέσει ακριβώς γι’ αυτό που είναι. Άνθρωποι αδηφάγοι, των οποίων η γοητευτική ελκτική δύναμη μας κάνει να ξεχνάμε την ακατανίκητη επιθυμία τους να καταβροχθίζουν τον κόσμο.
Προτελευταία Ερ. Κύριε Ασουλίν, προχωρώντας προς το τέλος αυτής της μοναδικής συζήτησης, ας επιστρέψουμε περίπου εκεί που ξεκινήσαμε. Μιλάτε πολύ συχνά για την αξιοπρέπεια, για την αξιοπρέπεια που δεν πρέπει να χαθεί, και ξέρετε, στο ξενοδοχείο Lutetia είχε καταφτάσει στις 24 Μαίου 1945 και η Σιμόν Βέιλ, μαζί με την αδερφή της, περίμενε φαντάζομαι την ταυτοποίησή της και την υπόλοιπη οικογένεια, που δυστυχώς η μισή είχε εξοντωθεί, ήταν εκεί λοιπόν αυτή η γυναίκα σύμβολο που αγωνίστηκε τόσο πολύ για να σώσει κάτι από την αξιοπρέπεια της Ευρώπης…. Γιατί είναι τόσο ψηλά για εσάς η αξιοπρέπεια, ψηλότερα κι από τη ζωή την ίδια;
Απ. Μια από τις πιο θεμελιώδεις σύντομες φράσεις που εμπεριέχουν πλήρως την πολυπλοκότητα του κόσμου και μας βασανίζουν με την εξαιρετική απλότητά τους είναι: «μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος χωρίς να χάσει την αξιοπρέπεια του;». Απαντώντας αυτό, ίσως ξέρουμε αν πρέπει να προχωρήσουμε ή να πεθάνουμε. Βλέπετε, τη ζωή δεν αξίζει να τη ζεις παρά μόνο αν έχει κάτι να επιδείξει, κάτι διαφορετικό από αυτό που η ίδια είναι. Κάτι που να την υπερβαίνει και να μην επιδέχεται κανενός είδους συμβιβασμό. Κανένα ημίμετρο. Καμία διαπραγμάτευση. Εκτός κι αν κάποιος αποφασίσει να εγκαταλείψει την αξιοπρέπειά του. Είχαμε πολλή απώλεια αξιοπρέπειας στον πόλεμο. Η γαλλική πλευρά δεν έκανε τσιγκουνιές. Τα είχε παραχωρήσει όλα αυτοβούλως.
Η βιασύνη να αλλάξουν το όνομα του μπουλβάρ Περέρ στο 17ο διαμέρισμα, αντικαθιστώντας αυτόν τον σπουδαίο, κυνηγημένο, εβραίο χρηματιστή με τον Ντρυμόν, συγγραφέα του δημοφιλούς λιβελογραφήματος La France Juive (Η εβραϊκή Γαλλία).., Ή η σπουδή να αναρτήσουν το όνομα Στρατάρχης Φιλίπ Πετέν στους δρόμους και τις λεωφόρους… Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το όνομα Φιλίπ θα είχε τεράστιο σουξέ στις βαφτίσεις… και όλα αυτά τα μικρά, τα «ψιλοπράγματα» που δεν γράφονται στην επίσημη Ιστορία, όμως λένε την αλήθεια για τους ανθρώπους καλύτερα από οποιαδήποτε μεγαλόπνοη προοπτική. Φυσικά, δεν θεώρησα ούτε λεπτό πως οι άνθρωποι που γύριζαν από τα στρατόπεδα με τα ριγέ ρούχα, τριανταοχτώ κιλά, ξυρισμένοι, αποδεκατισμένοι από τις αρρώστιες, τα βασανιστήρια και τον φόβο, έχασαν ποτέ την αξιοπρέπεια τους. Τη ζωή τους ναι, την αξιοπρέπειά τους όχι.
Τελευταία Ερ. Ας κλείσουμε τη συζήτησή μας με κάτι από αυτούς τους ανθρώπους κύριε Ασουλίν, που έχασαν τη ζωή μα κράτησαν την αξιοπρέπεια.
Απ. Μια νέα γυναίκα, η Φρανσουάζ, πήγαινε κάθε μέρα στο Ξενοδοχείο Lutetia περιμένοντας την επιστροφή της αδερφής της, διηγούνταν λοιπόν ότι η αδερφή της τούς έφερνε πάντα κάποιο ενθύμιο από κάθε της ταξίδι, ασήμαντα πραγματάκια, απλώς για να εκφράσει την αγάπη της… Η Φρανσουάζ πήγαινε στο Lutetia πολύ καιρό, και μια μέρα μια γυναίκα κατέβηκε από το λεωφορείο, τα σαράντα κιλά της έπλεαν μες στο ριγέ ρούχο, μα μόλις είδε τη Φρανσουάζ έψαξε στο σακούλι της κι έβγαλε ένα τασάκι. Πριν πέσει στην αγκαλιά της αδερφής της, φώναξε θριαμβευτικά: «ενθύμιο από το Ράβενσμπρουκ». Μια άλλη ιστορία είναι αυτή της εβραίας κυρίας Ντενερύ που, όταν μπήκε στο σαλόνι του διαμερίσματός της, είπε: «μπορώ να καθίσω;». Αυτές ήταν οι πρώτες της λέξεις μετά το στρατόπεδο, ο φόβος δεν την εγκατελειπε.
Ακόμα κι αν οι άνθρωποι χωρίζονται σε διάφορα στρατόπεδα, όπως λέμε, θα υπάρχουν πάντα εκείνοι που ανήκαν μόνο σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. 15 Ιουλίου 1945 το Δελτίο της Κεντρικής Υπηρεσίας Ισραηλιτών Εκτοπισθέντων μίλησε για πρώτη φορά για πέντε εκατομμύρια Εβραίους που εξολοθρεύτηκαν, δεν είχε δημοσιευτεί πουθενά αλλού. Χιλιάδες εξακολουθούσαν να κρατούνται σε Νταχάου, Μπέργκεν – Μπέλσεν, Μπούχενβαλντ, Κάουνιτς… σε αμερικανικές και βρετανικές ζώνες της Γερμανίας. Ανάμεσά τους και παιδιά. Και το γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε πως αρνείται εφεξής να δίνει χαρτιά σε αλλοδαπούς εκτοπισμένους που έφταναν στη Γαλλία, πως θα κλείνει τους παραβάτες σε άλλα στρατόπεδα, «στρατόπεδα συνάθροισης», και θα τους επαναπατρίζει στις χώρες καταγωγής τους, παρά τα όσα έλεγαν οι εβραίοι, της Πολωνίας π.χ., για τους διωγμούς που εξακολουθούσαν να υφίστανται στη χώρα τους. Όταν έμαθα αυτά τα πράγματα, ένιωσα πως είχα καταλάβει τι ήταν ένας Εβραίος στα μάτια του κόσμου. Ήταν ένας άνθρωπος που ερχόταν από κάπου αλλού. Ένας άνθρωπος που δεν βρισκόταν εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται.
————————————————–
[Η συζήτηση είναι βεβαίως φανταστική, με τις ερωτήσεις να διαμορφώνονται από εμένα έτσι ώστε να ταιριάξουν με τις απαντήσεις οι οποίες είναι ακριβείς αντιγραφές από τα βιβλία του Πιερ Ασουλίν που αναφέρονται στις Πηγές. Καθώς οι πηγές είναι λογοτεχνικές, και γραμμένες σε διάφορες χρονικές περιόδους, υπάρχει το ενδεχόμενο οι απόψεις του συγγραφέα να διαφοροποιούνται κάπως από τις απόψεις των ηρώων του, ή ακόμα και να έχουν αλλάξει στο πέρασμα των χρόνων. Συνεπώς, η συνέντευξη αυτή ως σύνολο πρέπει να θεωρείται προϊόν δικής μου μυθοπλασίας.]
Πηγές
- Ξενοδοχείο Lutetia, Πιερ Ασουλίν, μτφρ. Σπ. Παντελάκης, εκδ. Πόλις
- Υπερωκεάνιο, Πιερ Ασουλίν, μτφρ. Μ. Πάσχου, εκδ. Πόλις
- Οι προσκεκλημένοι, Πιερ Ασουλίν, μτφρ. Ρ. Κολαίτη, εκδ. Πόλις
Όλες οι εικόνες είναι πίνακες στρατοπεδικής τέχνης, από το site https://holocaust-art.ort.org/artists/. Επέλεξα αυτό το θέμα μετά από σκέψη, η άλλη ιδέα ήταν να πάρω φωτογραφίες από το σημερινό πολυτελές Lutetia του “stay, dine, wellness, celebrate, meet”. Όμως τη στιγμή που έγραψα στην εισαγωγή πως η Τέχνη είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίζει ό,τι έγινε, ήξερα τι έπρεπε να επιλέξω. Με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο λοιπόν:
- Amalie Seckbach , A house and trees, Terezin ghetto, 1943 (κεντρική εικόνα δημοσίευσης)
- Lou Albert-Lazard, Gurs Camp 1940
- Lou Albert-Lazard, Gurs Camp 1940
- Yehuda Bacon, Escaping from the fire, Czechoslovanika, 1945
- David Brainin, Programme of a concert in the camp, 1942
- Karel Fleischmann, Deportation from Terezin to Auschwitz, 1942
- Charlotte Buresova , Cellist, Terezin ghetto, 1944
- Aizik-Adolphe Féder, Young Jew with a yellow star, Drancy camp, 1942
- Jaques Gotko, A kitchen in Drancy camp, 1943
- Esther Lurie, Main gate, Konvo ghetto, 1942
- Leo Haas, Terezin 1942
- Leon Landau
- Ella Liebermann-Shiber, Burning books, 1945-1949
- Esther Lurie, She was beautiful once, 1944
- Jaques Gotko, In spite of everyting, Compiegne camp, 1942
- Esther Lurie, Evening in Konvo ghetto, 1942
- Karel Schwesig
- Boris Taslitzky
Σημειώσεις
*Το ξενοδοχείο Lutetia, στο οποίο κατέφθασαν οι επιζώντες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, προκειμένου να ταυτοποιηθούν, να φιλοξενηθούν, να αναζητήσουν τους δικούς τους, είναι, σε τρεις περιόδους του, ο αφηγηματικός χώρος του μυθιστορήματος του Πιερ Ασουλίν στο ομώνυμο μυθιστόρημά του.
**Το Πλοίο Ζορζ Φιλιππάρ ήταν ένα υπερωκεάνιο που πραγματοποίησε το παρθενικό του ταξίδι από τη Μασσαλία στην Ιαπωνία το 1932. Στην επιστροφή του ναυάγησε λόγω πυρκαγιάς με πολλούς νεκρούς. Διάβασα σε σχετικό άρθρο του Fractalart.gr πως υπήρξαν αρκετές θεωρίες συνωμοσίας όσον αφορά τα αίτια της πυρκαγιάς. Ειπώθηκε ότι ήταν είτε δολιοφθορά του Ho Chi Min είτε σαμποτάζ των Ιαπωνικών μυστικών υπηρεσιών για να καλύψουν τη δολοφονία του Αντρέ Λοντρ.
*** Ο Αντρέ Λορντ ήταν γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο οποίος ερευνούσε πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα. Ξανά στο fractalart. gr διαβάζω πως “η τελευταία του έρευνα αφορούσε ναρκωτικά, όπλα και την ανάμειξη των Μποσελβίκων σε υποθέσεις της Κίνας. Ο δημοσιογράφος ήταν ένα από τα θύματα του ναυαγίου και μαζί του χάθηκαν τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει”.
Δείτε