Ο ωραίος άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον έλεγε πως η φράση  «μακριά πολύ μακριά»  έχει πάντα μια ξεχωριστή γοητεία. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον Νίκο Καββαδία ούτε τον Καίσαρα Εμμανουήλ, ίσως είχαν πολλά να πουν οι τρεις τους.

(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο στοιχεία για τον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ, συνειδητοποίησα πως η συντριπτική πλειοψηφία των πληροφοριών που εμφανίζονται ασχολούνται μαζί του δια της πλαγίας οδού: μέσω του Νίκου Καββαδία και του πασίγνωστου πια ποιήματός του, που μελοποίησε πολύ ωραία ο τραγουδοποιός Δημήτρης Ζερβουδάκης. Ευτύχησε βεβαίως ο Καίσαρ να συνδεθεί με αυτούς τους ανθρώπους, υπήρξε όμως καιρός που η διασημότητα ήταν ο ίδιος, ενώ ο Νίκος Καββαδίας ήταν στα πρώτα βήματα – ο Δημήτρης Ζερβουδάκης αγέννητος βεβαίως, μιας που μιλάμε για τη δεκαετία του 1930, έναν αιώνα πίσω.

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ λοιπόν, που γεννήθηκε το 1902 στην Αθήνα, ήταν ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, που έγραψε και μετέφρασε αρκετά πράγματα, επηρεασμένος αρχικά από το κίνημα του νεορομαντισμού και στη συνέχεια από τον συμβολισμό του Μπωντλαίρ και του Βαλερύ. Η πρώτη ποιητική συλλογή του εκδόθηκε το 1929, ενώ το 1932 εκδόθηκε η πρώτη μετάφρασή του: Το κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ένα χρόνο μετά εμφανίστηκε κι ο Νίκος Καββαδίας, με το Μαραμπού του.

Όμως όπως συμβαίνει πάντα, έτσι και τότε, παρότι δεν υπήρχαν τα μέσα της δικής μας εποχής, οι λογοτέχνες, οι ποιητές, οι ζωγράφοι, επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Επηρέαζαν κι επηρεάζονταν, έκριναν και κρίνονταν, έπαιρναν κι έδιναν ιδέες.

Όταν ο Νίκος Καββαδίας έγραψε το “Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ”, δεν είχε γνωρίσει ακόμα προσωπικά τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το δηλώνει άλλωστε ο ίδιος μέσα στο ποίημα: “Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτήτε… Εγώ”. Παρόλο που δεν γνωρίζονταν προσωπικά, ο Καββαδίας μοιάζει να μην μπορεί ν’ αποδεχτεί τη βαθιά μελαγχολία και την απαισιοδοξία που είχε εκφράσει ο Καίσαρ Εμμανουήλ σε αυτό εδώ το έργο του:

Προς τη Σιωπή με τα πικρά και σφραγισμένα χείλη
έχω, οδοιπόρος που η σκληρή θύελλα μαστίζει, στρέψει.
Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μιά κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!

Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει.

“Μα, ξέρω εγώ κάτι που μπορεί να σας σώσει, να μας σώσει” διαμαρτύρεται ο Καββαδίας και πιάνει χαρτί και μολύβι και φτιάχνει το απαντητικό ποίημα. Βέβαια, όλοι κάνουμε τη σκέψη πώς είναι δυνατόν να παραδίδει μαθήματα αισιοδοξίας ο Καββαδίας, δεν τον λες δα και ποιητή της χαράς. Φαίνεται λοιπόν πως είναι δυνατόν να υμνείς τη μελαγχολία και ταυτόχρονα να την υπερβαίνεις. Να βουλιάζεις σ’ αυτήν και την ίδια στιγμή να βρίσκεις το αντίδοτό της. Και εδώ η υπέρβαση έρχεται με το ταξίδι, ένα ταξίδι σε κόσμους μακρινούς, σχεδόν φανταστικούς. Μακριά από τις καθημερινές μας αλήθειες και συνήθειες.

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

(Δεν περίμενα βέβαια τίποτα λιγότερο από τον άνθρωπο που στην καμπίνα του στο πλοίο είχε μεταξύ άλλων και μια φωτογραφία της σύγχρονής του σπουδαίας αμερικανίδας συγγραφέα Κάρσον Μακ Κάλερς, αυτής της κοπέλας που έγραψε για τους μαύρους σαν μαύρη, για το περιθώριο σαν περιθώριο, που έγραψε για ένα κορίτσι που φτιάχνει στο μυαλό της μουσική χωρίς να έχει ακούσει μουσική ποτέ… )*

Είναι γνωστό πως ο Νίκος Καββαδίας ήταν φοβερά διαβασμένος, μερικές φορές νομίζω πως αυτός ο άνθρωπος ήξερε τα πάντα! Πόσοι μπορούσαν την εποχή εκείνη να συνδέσουν τα μινωικά ταυροκαθάψια με το κόκκινο άλογο του Σαγκάλ και όλα μαζί με τον αστερισμό του Αλντεμπαράν και τη μαλάρια των φτωχών ναυτικών; Έτσι λοιπόν, δεν του διέφυγε ούτε η μελαγχολία του Εμμανουήλ, ούτε πως κάπνιζε τσιγάρα camel, ούτε φυσικά πως ο άνθρωπος αυτός είχε μόλις μεταφράσει το Κοράκι του Πόε. Γι’ αυτό, στο ποιητικό μήνυμά του πως γνωρίζει κάτι που θα μπορούσε να τον σώσει, ανέφερε:

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Το ποίημα του Καββαδία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ρυθμός» το 1933, και φυσικά ο Καίσαρ Εμμανουήλ συγκινήθηκε. Ευθύς αμέσως του έγραψε μια επιστολή που έχει διασωθεί και τη διαβάζουμε: “Αγαπητέ μου φίλε, Εδιάβασα με πολλή συγκίνηση στο Ρυθμό το ωραίο σου ποίημα που μου αφιερώνεις. Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια…” Γεννήθηκε τότε μια φιλία; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω πως είχε γεννηθεί ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα, που ανασαίνει ακόμα έναν αιώνα μετά, έτσι που θα μπορούσε πράγματι όλους να μας σώσει:

Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σε εσύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
γιά τους αστερισμούς ή γιά τα κύματα
γιά τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Το ποίημα του Καββαδία συμπεριλήφθηκε στην πρώτη του συλλογή, το Μαραμπού, στην οποία μάλιστα έγραψε τον πρόλογο ο – πιο γνωστός και λίγο πιο μεγάλος – Καίσαρ Εμμανουήλ!  Το αστείο είναι πως η απάντηση (το ποίημα του Καββαδία) δημοσιεύτηκε το 1933, πριν την ερώτηση (το ποίημα του Εμμανουήλ) που δημοσιεύτηκε σε συλλογή δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, το 1951! Όχι, δεν υπάρχει κάτι μεταφυσικό στην ιστορία, απλώς τότε τα ποιήματα δημοσιεύονταν συνήθως σε λογοτεχνικά περιοδικά, και μπορεί να μην έμπαιναν ποτέ σε κάποια συλλογή ή να αργούσαν λιγάκι.

Όσο για τους κυρίους Καββαδία και Εμμανουήλ, παρότι τόσο διαφορετικοί στη γραφή τους, εγώ βρίσκω πως είχαν πολλά κοινά και πως συνομίλησαν αρκετά οι δυό τους, ακόμα και εν αγνοία τους. Και προτείνω να πάρουμε μαζί μας στο καράβι μια τέτοια συνομιλία τους. Παίζει άραγε ρόλο ποιος είπε τι; Αν ναι, δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Αν όχι, μπορούμε απλώς να τους ακούσουμε παρέα με το κύμα.

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.
Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Kι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε
με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει
Τα μάτια σου ζώνει μια θάλασσα, θυμάμαι
O πιο στερνός μ’ έναν αυλό με νανουρίζει
Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει
M’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ’ τη μοράβια
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει
Γιε μου πού πάς – Μάνα θα πάω στα καράβια

Στον αιώνα αυτό, όπου ανήσυχοι πλανόμαστε,
συχνά τους εαυτούς μας παρομοιάζω
με κάτι ερευνητάς, που βρίσκονται έξαφνα
δεσμώτες μιας πυκνής, πανάγριας ζούγκλας.

Κάτω στις ακτές της Αφρικής πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι και το ωραίο γλυκό της Κυριακής
Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Σ’ αυτή την επικίνδυνη και σκοτεινή καμπύλη,
όταν ωραία θα φλέγεσαι, μαρμάρινη εσύ στήλη,
μη με ζητήσεις: μια κλειστή θα κρούεις και ξένη πύλη!
Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δε μας σώζει.

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Μα δείτε, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο μπαίνει στην κουβέντα κι ο Άλφρεντ Τέννυσον, ανάβοντας την πίπα του στο λιμάνι:

Φθίνει η μέρα η μακριά, κι η χαμηλή σελήνη
 ανηφορίζει. Χιλιόφωνη η άβυσσος βογκά.
Εμπρός, καλοί μου φίλοι, δεν είν’ αργά πολύ
ν’ αναζητήσουμε έναν νέο κόσμο…

 

 

Πηγές

  1. Όλοι οι πίνακες είναι θάλασσες του Παναγιώτη Τέτση, είτε από την έκθεσή του “η εμμονή του βλέμματος” στην Πινακοθήκη είτε από το βιβλίο Παναγιώτης Τέτσης: θάλασσες, του Ιδρύματος Γουλανδρή, με κείμενο της Γιολάντας Χατζή. 
  2. https://alkmangr.wordpress.com/2018/10/31
  3. https://booksjournal.gr/stiles/symptoseis/5662-nikos-kavvadias-kaisar-emmanouil-nikos-xager-boufidis-tria-grammata-poiiton-pros-poiites.
  4. https://tovivlio.net/.
  5. https://diastixo.gr/san-simera/7995-alfrent-tenison

*Η αναφορά στην Κάρσον Μακ Κάλερς γίνεται γιατί, όταν είχα εντοπίσει την πληροφορία πως ο Καββαδίας είχε στην καμπίνα του μια φωτογραφία της, είχα ενθουσιαστεί. Αν την Ιστορία την έγραφαν (μερικές) παρέες, θα ήταν πιο καλά. 

Ακούστε

Σχετικές Polaroid Stories

Συνέντευξη με δύο οδοιπόρους

Μπλε

Ιπτάμενες ιστορίες με τον Μαρκ Σαγκάλ