(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Όλη η επιστημονική φαντασία όλων των εποχών και των ειδών, ποτέ δεν έχει περιγράψει κόσμους με όντα που δεν έχουν κάποιον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους. Όλα μπορεί να τα φανταστεί ο άνθρωπος αλλά όχι έναν κόσμο που δεν θα μιλάει τη γλώσσα του.
Στη χώρα μας υπήρξε ένας πληθυσμός της που του απαγόρεψαν τη γλώσσα του. Ναι, υπήρχαν στη Μακεδονία άνθρωποι, άνθρωποι, με ονοματεπώνυμα, με παιδιά, με γονείς, με μια ζωή τέλος πάντων, που μιλούσαν μια γλώσσα που τη λέγαν ντόπια, και τους ίδιους τους λέγαν ντόπιους, και τη γλώσσα τους την απαγόρευσε το ελληνικό κράτος περί το 1920, και παρέμεινε απαγορευμένη μέχρι που να ξεχαστεί, μέχρι αυτοί που τη μιλούσαν να πεθάνουν (έτσι πεθαίνουν οι γλώσσες, μαζί με τον τελευταίο ομιλούντα τους) και αυτοί που δεν τη μιλούσαν να μην μαθαίνουν πια ότι υπήρξε.
Προφανώς για να υπηρετηθεί η κατασκευή του ενιαίου ελληνισμού, τους απαγόρευσαν λοιπόν να μιλάνε και να τραγουδάνε στη γλώσσα τους – μα πώς είναι δυνατόν να απαγορεύεις σ’ έναν άνθρωπο το τραγούδι του; Και βρέθηκαν έτσι χωρίς καθόλου γλώσσα, γιατί πολλοί ήξεραν μόνο αυτή, κι έτσι σταμάτησαν να μιλάνε, σταμάτησαν οι άνθρωποι να μιλάνε, βρέθηκαν άνθρωποι χωρίς γλώσσα, να μην μπορούν να αγοράσουν ψωμί παρά μόνο με νοήματα. Ό,τι δεν χωράει η λογική, ίσως καταφερνει να το πει η ποίηση, και αναλαμβάνει το θλιβερό καθήκον ο Μάρκος Μέσκος στο συγκλονιστικό του ποίημα με τίτλο «Μουγκό», από τη συλλογή του Μαυροβούνι:
Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά
καμία γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί
Είχα διαβάσει πριν μερικά χρόνια ένα κείμενο του κυρίου Πέτρου Βότση που γεννήθηκε το 1943 στο χωριό Σκοπό-Σέτινα της Φλώρινας. Θυμάται λοιπόν ο κύριος Πέτρος το πώς απαγορεύτηκε η γλώσσα του όταν ήταν παιδάκι, και πήγε στο νηπιαγωγείο και τον έδειρε ο δάσκαλος γιατί στο διάλειμμα μίλησε στη γλώσσα του με τους φίλους του. «Θυμάμαι» λέει «έναν συμμαθητή μου, “δικό μας”, που ήρθε σ’ ένα διάλειμμα και με ρώτησε γεμάτος περιέργεια: “πώς άραγε να λέγονται στα “δικά μας” το τρίγωνο και ο κύκλος;”. Δεν μπόρεσα, δυστυχώς, να τον διαφωτίσω, δεν ήξερα. Είχαμε συνειδητοποιήσει πια, θέλαμε δεν θέλαμε, ότι εμείς ήμασταν οι “Νεσνάμηδες”, από το ne znam που σημαίνει δεν ξέρω.»
Πώς γίνεται να καταδικάζονται οι άνθρωποι στο «δεν ξέρω» επειδή δεν τους αφήνεις να το πουν όπως ξέρουν; Ούτε η επιστημονική φαντασία δεν το απάντησε αυτό, το Έθνος – Κράτος όμως δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Κάπου είχα διαβάσει το εύστοχο: «γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και ναυτικό», ενώ ο Τάσος Κωστόπουλος αναφέρει πως επί Μεταξά “Τοπικές αστυνομικές εγκύκλιοι λέγανε ότι όποιος μιλάει αυτήν την γλώσσα θα του μπαίνει πρόστιμο. Γυρνάγανε λοιπόν οι ασφαλίτες στα χωράφια, ακούγανε κάποιον να μιλάει στη γλώσσα του, «έλα εδώ, τι μιλάς; πρόστιμο»”. Το πρόστιμο ήταν το μικρότερο κακό.
———————————————————————————————————————————-
O Άαρον Άπελφελντ έγραψε πως “χωρίς γλώσσα, όλα είναι χάος, σύγχυση και φόβος για πράγματα για τα οποία δεν θα έπρεπε κανείς να φοβάται.”
Πηγές
- Συλλογή Στον ίσκιο της γης του Μάρκου Μέσκου, εκδ. Νεφέλη (από κει και ο τίτλος του κειμένου)
- Άρθρο του Πέτρου Βότση «Η Γλώσσα μου Τα Μακεδονικά» στην εφημερίδα Lifo, 02.02.2018
- Βιβλιαράκι Ελληνικός εθνικισμός – Μακεδονικό ζήτημα, Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας (Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική των Τ. Κωστόπουλου, Λ. Εμπειρίκου, Λ. Λιθοξόου, 1992)
- Ιστορία μιας ζωής, του Άαρον Άπελφελντ. Σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν, από τις εκδ. της εστίας.
- Οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο, αποσπάσματα πάντως εφημερίδων.
Προτείνεται:
Βιβλίο Η απαγορευμένη γλώσσα (Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία) του Τάσου Κωστόπουλου, εκδ. Βιβλιόραμα