(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

«Το ριζικό της Βαλκανικής είναι να ζει με τη σκιά της. Να την κουβαλάει στην πλάτη, σαν μπέρτα από σίδερο, παριστάνοντας ότι δεν πρόκειται παρά για τη φιγούρα της στον τοίχο. Κάθε της επιτυχία, κάθε της νίκη, κάθε κερδισμένη ελευθερία, προσθέτει μια ουγγιά σίδερο στην μπέρτα και μια πινελιά σκοταδιού στη σκιά, αφού τίποτα δεν αξιώνεται χωρίς να εισπράξει δασμό το έρεβος. Η σκιά ασχημαίνει με το χρόνο, πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, και η Βαλκανική αναγκάζεται να κλείνει τα μάτια και να διασκεδάζει με εκκωφαντικές πατριωτικές ιαχές το ασήκωτο βάρος του μετάλλου. Αιώνες τη συντροφεύει η σκιά. Απλωνόταν στη χερσόνησο προτού η Βαλκανική αποκτήσει τη σύγχρονη αντίληψη του εαυτού της  – του ελεύθερου πλην διαμελισμένου εαυτού της – γι’ αυτό και δίκαια παραπονιέται ότι την κληρονόμησε. Παραβλέπει βέβαια ότι δεν σταμάτησε να την αναπαράγει, ούτε μπήκε στον κόπο να την αποτινάξει.  Ενώ σκαρφίζεται περισσότερες ιδεολογίες απ’ ό,τι τραγούδια, ενώ ξέρει περίφημα να ξεχωρίζει το κάθε κομμάτι της από το γειτονικό του, δεν εννοεί να διαχωρίσει τη στράτα της από το κακό της ριζικό.»

Στην Πρέσπα εμφανίστηκε ένας δράκος. Ένας δράκος που κανείς δεν έχει δει, αλλά αρκετοί έχουν νιώσει την παρουσία του, τη σκληρότητά του, τη βία του. Καθώς η Πρέσπα είναι μια λίμνη σύνορο τριων βαλκανικών χωρών – στον νότο η Ελλάδα, στην ανατολή η Βόρεια Μακεδονία και στη δύση η Αλβανία – οι τρεις όχθες της έχουν αναπτύξει διαφορετικές θεωρίες για το δράκο, αν και όλοι συμφωνούν πως υπάρχει, είναι έξυπνος, ύπουλος, και θαυματουργός. 

Στην νότια όχθη της Πρέσπας ο δράκος είναι ένα τέρας που βιάζει και σκοτώνει γυναίκες, στην ανατολική είναι μια εξωγήινη οντότητα εντός μιας κίτρινης άμμου που σε ρουφάει, στη δυτική όχθη είναι κάτι απροσδιόριστο που ζει κάτω από τον πάγο και προέρχεται από τη μυθολογία της χώρας. Ένα από τα θαύματα του δράκου είναι η κλιματική αλλαγή, σε κάθε όχθη διαφορετική: η δυτική Πρέσπα είναι εντελώς παγωμένη, η ανατολική είναι εντελώς έρημος και τέλος η νότια είναι μονίμως λασπωμένη αφού βρέχει χωρίς ούτε ενός λεπτού παύση επί είκοσι χρόνια.

Στις όχθες έχουν μαζευτεί ομάδες επιστημόνων και ερευνητών για να αναλύσουν τα φαινόμενα, δρακολόγοι οι οποίοι απαγορεύεται ρητά να συνομιλούν με τους αλλόχθιους συναδέλφους τους, και την έχουν αποδεχτεί την απαγόρευση προκειμένου να λύσουν αυτοί πρώτοι το μυστήριο. Οι τρεις φτωχές χώρες, χρεωμένες και κακομοίρικες, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη Διεθνή Τράπεζα Ανάπτυξης και στο Δράκο τους, να φέρει τουρίστες να τη βγάλουμε κάπως. Μόνο που τα δικαιώματα του Δράκου και την ίδια την Πρέσπα τα έχει αγοράσει ακριβώς αυτή η Διεθνής Τράπεζα Ανάπτυξης. Αυτή έχει το χρήμα, αυτή έχει τους τίτλους ιδιοκτησίας, αυτή βάζει τους κανόνες. “Η σύμβαση με την Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης τους στέρησε την ελευθερία να σκέφτονται αλλά τους ενίσχυσε την ελευθερία να αγοράζουν”. Αποτέλεσμα; Ούτε καν τη διαφορά κλίματος δεν βλέπουν οι αγαπητοί δρακολόγοι, πόσο αστείο (;) πρέπει να ακούγεται πως οι δρακολόγοι της Βόρειας Μακεδονίας που σκάνε από τη ζέστη της ερήμου βλέπουν με τα κυάλια τούς δρακολόγους της Ελλάδας να κάνουν κουπί πάνω στην άμμο – που οι πρώτοι βλέπουν – ντυμένοι με αδιάβροχα ενώ έχει πενήντα βαθμούς…. Και τι να σκέφτονται οι δρακολόγοι της Ελλάδας όταν βλέπουν τους συναδέλφους τους της Αλβανίας να κατεβαίνουν μέχρι το νερό με τα έλκηθρα, ενώ τους χτυπάει η βροχή που οι ίδιοι ζουν; Και καλά, αυτοί βλέπουν ό,τι θέλουν, μα πώς είναι δυνατόν η λίμνη, νερένιο πράγμα, χωρίς φυσικό σύνορο, να χωρίζεται στα τρία, νερό, έρημος, πάγος; Θα μας τρελάνει το βιβλίο της κυρίας Μπουραζοπούλου! Λες και είναι δυνατόν οι άνθρωποι να βιώνουν την κοσμοθεωρία που έχουν επιλέξει! (Χμ… Λες;) 

«Δεν υπάρχει απέναντι… Αυτό που ακούς από ‘απέναντι’… είναι η δική σου φωνή» λέει σ’ ένα σημείο η συγγραφέας δια στόματος, αν θυμάμαι καλά, της αλβανικής όχθης. Και για μένα, αυτό το σημείο είναι το πιο συγκλονιστικό των τριών αυτών τόμων που συνιστούν την Τριλογία του Δράκου της Πρέσπας: Ι. Η Κοιλάδα της λάσπης, ΙΙ. Κεχριμπαρένια έρημος, ΙΙΙ. Η μνήμη του πάγου – κάθε τόμος κι ένα «έθνος», κάθε αφήγηση στις όχθες θεμελιωμένη σε εθνικές φαντασιώσεις, κι από πίσω διαφθορά, παρακμή, πολυεθνικές, ντόπιοι απατεώνες, όλα ένα εμπόρευμα που για να πουληθεί ακριβά χρειάζεται τα σύνορα.

«Ύστερα ήρθε εκείνο που δεν έχει όνομα. Σε όλα ήταν μαθημένοι οι Βαλκάνιοι, στη φτώχεια, στις σφαγές, στην προσφυγιά, στους καβγάδες, στην ανομία, στη διαφθορά, μα όχι σε αυτό, όχι στο στοίχειωμα του νου. Συνεργεία της Τράπεζας τρυπούσαν το βυθό της λίμνης με σιδεριές και θεμελίωναν σημαδούρες, διαιρώντας το αδιαίρετο, ό,τι δεν κατόρθωσαν στρατοί και αυτοκράτορες, ότι δεν κατόρθωσαν φονιάδες κατακτητές. Τα σύνορα αυτή τη φορά δεν έμειναν στους χάρτες και στις πολιτικές. Μπήχτηκαν βαθιά, ως το κόκαλο, το νερό σκίστηκε στα τρία.»

Τρεις όχθες, τρεις τόμοι απίστευτης πλοκής, περιπέτειας, αγαπητών χαρακτήρων, μισητών χαρακτήρων, πολιτικής, ανθρωπιάς, λαμογιάς, πολιτικής οικονομίας, ψυχολογίας, αγάπης, ιστορίας, εγκλήματος, οικολογίας, νευροεπιστήμης, παραπληροφόρησης, σχέσεων εξουσίας, και πάνω απ’ όλα Βαλκανίων, ένα λογοτεχνικό επίτευγμα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, που δεν μοιάζει με τίποτα, δεν θυμίζει τίποτα, και ενώ είναι συνολικά περί τις 2.000 σελίδες, διαβάζεται νεράκι, δεν μπορείς να σταματήσεις!!

Μέσα σ’ όλα αυτά, οι γυναίκες έχουν ξεχωριστή θέση, και μέσω αυτών προλαβαίνει / καταφέρνει η συγγραφέας να μιλήσει για το αλβανικό έθιμο των «ορκισμένων παρθένων» – είχα δει μια ταινία γι’ αυτό, όταν μια κόρη έχανε τον πατέρα της και δεν υπήρχε αδελφός, η κόρη έδινε όρκο αγνότητας σε ένα συμβούλιο, και από τότε ντυνόταν και ζούσε σαν άντρας – , για τη σεξουαλική κακοποίηση στην εργασία σε μια σκηνή ανθολογίου για το μη-όριο της ταπείνωσης από την εξουσία, για την καταπίεση της σεξουαλικότητας ως όπλο των εξουσιαστών, για την Τέχνη – γυναίκα κι αυτή – που δεν ανέχεται  τις παρεμβάσεις, κι είναι αυτές οι διεκδικούμενες ελευθερίες που (ίσως μπορούσαν να) φτιάχνουν ένα μονοπάτι ελπίδας στις όχθες. Όλα βεβαίως ενταγμένα στην πλοκή, τίποτε εκτός, τίποτε φλύαρο ή αχρείαστο.

Χρησιμοποιώντας τεχνικές αφήγησης που συναντάμε στη Λογοτεχνία του Φανταστικού, με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, παραπομπή σε παλιακές εικόνες αλχημιστών που ψάχνουν την αυτογνωσία, διαρκείς υπενθυμίσεις ότι όλα εξελίσσονται στη σύγχρονη εποχή, σωστά μελετημένες δόσεις crime, περιβαλλοντικής καταστροφής, έρωτα, και παραδίδεται ένα βιβλίο που μπορεί τελικά να χαρακτηριστεί μόνο πολιτικό! Βαθύτατα πολιτικό!

«Ο όλεθρος ξεκινάει την πορεία του σαν κάτι ασήμαντο. Εάν σου διαφύγει τότε, θα κοπιάσεις πολύ για να τον σταματήσεις».

Στην Τριλογία της Πρέσπας τα νήματα κινεί ο Δράκος, μα δράκος είναι και η υποταγή της ιστορίας, των μύθων που μας έκαναν αυτό που είμαστε, των επιστημών μας, της σεξουαλικότητάς μας, των συναισθημάτων μας, στην Οικονομία. Στην Ανάπτυξη. Στις Γραφειοκρατικές εξουσίες της. Διαβάζοντας, στάσου σε κάθε όχθη λίγα λεπτά και σκέψου τι δυστοπία θα έρθει / έρχεται / ήρθε τη στιγμή που η Οικονομία νικάει και εγκαθιδρύεται για τα καλά ως Ηγέτιδα δύναμη, Απόλυτη και Μία.

Γιατί στα Βαλκάνια; Μα, μόνο στα Βαλκάνια θα μπορούσε!

«Έδώ η ιστορία μπορεί να ξαναγραφτεί άνετα, αρκεί να υπάρχει φαντασία. Μετακινούνται σύνορα, διαμελίζονται κράτη, ξεπηδούν εθνότητες, επινοούνται καταγωγές. Το παρελθόν εδώ αλλάζει πιο εύκολα από το μέλλον.»

Στο τέλος του τρίτου τόμου όλα έχουν μπει στη θέση τους, τίποτα δεν έχει μείνει αναπάντητο, μας έχει συνηθίσει η κ. Μπουραζοπούλου να κλείνει αριστοτεχνικά τα βιβλία της, πώς να ξεχαστεί το άλλο αριστούργημα της, το Τι είδε η γυναίκα του Λοτ, όμως εδώ πια το παζλ είναι αδιανόητης πλοκής. Σαν να υφαίνεται επί 2.000 σελίδες μια παραδοξότητα, πολλές φορές χαμογελούσα η αδαής κι έλεγα «κατάλαβα τι έχει συμβεί», και είχα όντως καταλάβει, μα μετά είχε κι άλλο κι άλλο, και στο τέλος έκλεισα το τελευταίο βιβλίο και χαμογελούσα, τίποτε άλλο. Κάπως ταραγμένη μα χαμογελούσα γιατί ήταν όλα πια τακτοποιημένα, παρότι ακόμα κι αυτά που νόμιζα ότι ήταν στη σωστή θέση, τώρα είχαν αλλάξει, η ύφανση της γραφής το έκανε αυτό το μαγικό, οπότε τι άλλο να έκανα; Στο τέλος κάθε τόμου χαμογελούσα.

Δεν θα πω φυσικά αν νικάνε οι καλοί ή οι κακοί, αν η δυστοπία επεκτάθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη ή βούλιαξε στο βυθό της Πρέσπας, αν στα Βαλκάνια έμεινε τελικά ζωντανή κάποια μνήμη. Ούτε υπερήρωες υπάρχουν στο βιβλίο ούτε μαγικά φίλτρα φτιάχνουν ο αλχημιστής με το μαθητή του. Ξέρουμε όμως κι από τις δικές μας εμπειρίες πως αν υπάρξει κάτι που μπορεί πλέον να νικήσει είναι η συνεννόηση, αν αποφασίσουμε να αποδεχτούμε ο ένας την ύπαρξη του διαφορετικού άλλου ίσως καταφέρουμε να συνεννοηθούμε κι αν συνεννοηθούμε ίσως μοιραστούμε τη γνώση κι αν μοιραστούμε τη γνώση ίσως κατανοήσουμε τη χειραγώγηση που υποστήκαμε κι αν κατανοήσουμε τη χειραγώγηση ίσως απελευθερωθούμε. Κι αν απελευθερωθούμε και απελευθερώσουμε τις επιθυμίες μας, την τέχνη, τα όνειρά μας, τους μύθους μας, τότε όλα μπορεί να συμβούν.

“Οι τελευταίες δεκαετίες δεν ήταν εύκολες για τις χώρες της Βαλκανικής. Πολιορκημένες από τον ισχυρό Βορρά και τον ασταθή Νότο, την απειλητική Ανατολή και την κερδοσκοπική Δύση, περνούσαν ανήσυχα χρόνια στέρησης και ανασφάλειας, εκτονώνοντας την απογοήτευσή τους σε εσωτερικές έριδες και συμπληρώνοντας τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς τους με φαντασιώσεις εθνικού μεγαλείου, που στην πραγματικότητα επέτειναν τη μελαγχολία τους”.

Το νου σας στους δράκους λοιπόν!

——–

Πηγές

  • Ο δράκος της Πρέσπας Ι- Η κοιλάδα της λάσπης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Εκδ. Καστανιώτη
  • Ο δράκος της Πρέσπας ΙΙ – Κεχριμπαρένια έρημος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Εκδ. Καστανιώτη
  • Ο δράκος της Πρέσπας ΙΙΙ – Η μνήμη του πάγου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Εκδ. Καστανιώτη

Παντού σημειώνεται πως η τριλογία διαβάζεται με οποιαδήποτε σειρά. Προτείνω την πρώτη φορά να τα διαβάσετε κανονικά, Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, αν και μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον κάποια στιγμή να τα ξαναδιαβάσω ανακατεμένα.

Οι εικόνες είναι όλες από δρακολογικά γκράφιτι σε διάφορα μέρη του κόσμου, από την Ευρώπη ως την Ιαπωνία.