(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

“Στην Τρόι άρεσαν πολύ τα κανάλια. Το Ραμσντάικ ήταν πολύ γοητευτικό: ένα απλό σπίτι εδώ, ένα χωραφάκι εκεί, το μονοπάτι ρυμούλκησης, μια γέφυρα πάνω από το Ποτάμι και το ίδιο το Ραμσντάικ, μια νοικοκυρεμένη υδάτινη γραμμή σχεδιασμένη από τους Ρωμαίους μέσα στους βάλτους. Πιο πέρα απολάμβανε κανείς την α λα «Κονστάμπλ» θέα και ακόμα πιο μακριά, καθώς κατηφόριζε το ποτάμι, ένα μικρό φράγμα.”

Ο Κόνσταμπλ, άγγλος ζωγράφος σύγχρονος του Τέρνερ, είχε μεγαλώσει στην ύπαιθρο, και κατά δήλωσή του η ύπαιθρος τον έκανε ζωγράφο, της ήταν ευγνώμων γι’ αυτό και της το ανταπέδωσε με τον καλύτερο τρόπο: στα έργα του είναι σαν να ακούς τον ήχο του νερού, να μυρίζεις τη βροχή που έρχεται, να νιώθεις τις σανίδες που τρίζουν σε ένα παλιό χωριάτικο σπίτι. Διάβασα πως το όραμά του ήταν «να ζωγραφίζει τοπία τόσο αληθινά όσο και η μνήμη».

Η Τρόι από την άλλη, δεν είναι παρά ηρωίδα του αστυνομικού μυθιστορήματος Κρουαζιέρα Θανάτου της πολύ ιδιαίτερης και κομψής συγγραφέως Νάιο Μαρς. Η Τρόι, ζωγράφος κι η ίδια στο βιβλίο και σύζυγος δαιμόνιου αστυνομικού επιθεωρητή, έχει πάει την κρουαζιέρα της και γίνεται μάρτυρας σε έναν φόνο, ή πολλούς φόνους. Σε όλο το βιβλίο, η συγγραφέας ζωντανεύει τα εντυπωσιακά τοπία του Τζον Κόνσταμπλ, την ίδια ώρα που η Τρόι χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική της διαίσθηση για τον εντοπισμό του ενόχου.

Μα, είναι η μόνη περίπτωση που ένα λογοτεχνικό έργο συνδέεται τόσο στενά με την τέχνη της ζωγραφικής; Όχι βέβαια. Πολλές φορές οι ζωγράφοι, η ζωή τους ή ένας συγκεκριμένος πίνακάς τους γίνονται λογοτεχνικό έργο. Και το αντίθετο! Δεν είναι σπάνιο ένας ζωγράφος να εμπνέεται από κάποιο μυθιστόρημα, μικρή αλλά απτή απόδειξη οι πίνακες που έχουν κοσμήσει αυτό εδώ το κείμενο.

Η σχέση όμως δεν είναι ένα απλό δούναι και λαβείν ιδεών. Ο Λουί Μαρίν, στο βιβλιαράκι του Πώς διαβάζεις έναν πίνακα ζωγραφικής, λέει: «Ο Πουσέν το 1639 έγραψε σε μια επιστολή του πως ένας πίνακας πρέπει να διαβάζεται σαν ιστορία, αυτό ωστόσο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ο πίνακας αποτελεί μια ιστορία. Υπάρχει όμως κοινή ή παρεμφερής στάση ανάμεσα στον θεατή ενός πίνακα και στον αναγνώστη ενός βιβλίου. Διαβάζω έναν πίνακα σημαίνει διατρέχω με το βλέμμα και την ίδια στιγμή αποκωδικοποιώ το νόημα του πίνακα. Απλώς όταν διαβάζουμε μια τυπωμένη σελίδα η διαδρομή που ακολουθεί το βλέμμα μας είναι αναγκαία, υποχρεωτική, και επιπλέον γραμμική. Ενώ ένας πίνακας παρουσιάζεται στο βλέμμα μας επίσης ως σύστημα σημάτων, ή ως συνεκτικό σύνολο οριοθετήσεων πλαστικότητας που όμως δεν αναπτύσσονται σε γραμμική αλληλουχία».

Ο Κουρτ Βόνεγκατ στήνει ένα από τα πιο όμορφα βιβλία του, τον Κυανοπώγωνα, πάνω σε εκείνο το καλλιτεχνικό κίνημα που ίσως περισσότερο απ’ όλα απεχθάνεται τις οριοθετήσεις: τον αμερικάνικο εξπρεσιονισμό. Στο βιβλίο του λοιπόν ο Βόνεγκατ γράφει σ’ ένα σημείο το εξής περιστατικό, που πολύ μου άρεσε και το έχω αντιγράψει εδώ χάριν ευκολίας από ένα άρθρο των Νέων:

«Δηλαδή ζωγραφίζετε όπως ζωγραφίζετε, επειδή δεν μπορείτε να απεικονίσετε κάτι πραγματικό, επειδή δεν ξέρετε τα βασικά» υπερθεματίζει ως εκπρόσωπος της βαθιάς Αμερικής η απηυδισμένη πλέον σύζυγος ενός από τους αποτυχημένους της παρέας. Κι εκείνος, βράζοντας, αρπάζει το πράσινο κραγιόνι της για τα ψώνια του σπιτιού και σκιτσάρει στον τοίχο της κουζίνας τα πρόσωπα των δυο γιων τους που κοιμούνται. Εκείνη τα χάνει με την ομοιότητα. «Γιατί δεν ζωγραφίζεις πάντα έτσι;» τραυλίζει. «Διότι είναι πολύ εύκολο» της απαντά· «και γαμώ την ευκολία».

Στον Κυανοπώγωνα οι Πόλοκ και Ρόθκο είναι οι άφραγκοι κολλητοί του Ράμπο Καραμπεκιάν. Ο Καραμπεκιάν τους παρακολουθεί και τους βοηθάει να ζήσουν από την πολεμική αποζημίωση που εισπράττει, κι αυτοί του δίνουν πίνακες, που έτσι κι αλλιώς, ούτε τους θέλει ούτε τους καταλαβαίνει κανείς! (Όταν οι φίλοι του αυτοκαταστρέφονται ή αυτοκτονούν, ο Καραμπεκιάν είναι πλούσιος, μα τι τον νοιάζει πια, χωρίς φίλους…). 

Αν οι αγαπημένοι αφηρημένοι εξπρεσιονιστές γίνονται φύλλο και φτερό στο (εντέλει αντιπολεμικό!) βιβλίο του Βόνεγκατ, με την αγαπημένη του συνήθεια να μην αφήνει κανέναν ήσυχο και τίποτα στη θέση του, οι πίνακες του Γιοχάνες Βερμέερ είναι σαν να φτιάχτηκαν εξαρχής για να σκαρώσει κάποιος κάποτε ιστορίες. Το μυθιστόρημα της Τρέισι Σεβαλιέ  Το κορίτσι με το σκουλαρίκι δεν είναι βιογραφία, αλλά μια φανταστική αναπαράσταση της καθημερινότητας στο Ντελφτ του 17ου αιώνα, που μας ξεναγεί πολύ όμορφα στον κόσμο του σπουδαίου ζωγράφου. Εδώ, μέσα από μια μυθοπλασία που αφορά το μοντέλο του πίνακα και τη σχέση της με τον ζωγράφο, βρίσκουμε λεπτομέρειες για το πώς ο Βερμέερ παρασκευάζει τα χρώματα   και πετυχαίνει αυτή  την ακρίβεια στις φωτοσκιάσεις. Παρελαύνουν από το βιβλίο πίνακες όπως Η γαλατού, Κορίτσι με Ποτήρι Κρασιού, η Γυναίκα με στάμνα νερού, η Κυρία που γράφει επιστολή… αλλά και  η Άποψη του Ντελφτ.

Σε ένα άλλο βιβλίο, το Κορίτσι με τον υάκινθο, ο ομότιτλος πίνακας του Βερμέερ ζει περιπέτειες ταυτίζοντας το πεπρωμένο του με το πεπρωμένο των ανθρωπων που τον κατέχουν: μια εβραϊκή οικογένεια στα χρόνια του 40, ένα ζευγάρι ολλανδών που ο σύζυγος αναπολεί έναν παλιό του έρωτα κοιτώντας τον πίνακα, μια άλλη ολλανδική οικογένεια στη μεγάλη πλημμύρα του 1717, και τελικά ο ίδιος ο Βερμέερ που, πνιγμένος στα χρέη, αποφασίζει σε μια στιγμή χαλάρωσης, να ζωγραφίσει την κόρη του. 

Ο Παουλ Κλέε είπε πως η ζωγραφική δεν αναπαριστά το ορατό, αλλά καθιστά κάτι ορατό. Όπως και η λογοτεχνία, όπως κάθε τέχνη, εδώ που τα λέμε. Αναζητώ στο διαδίκτυο τον πίνακα “Κορίτσι με το σκουλαρίκι” και αναρωτιέμαι όσο τον κοιτάζω: Είναι λοιπόν η ζωγραφική μια γλώσσα; Μια γλώσσα με κανόνες, γραμματική, συντακτικό, λεξιλόγιο; Και, αν ναι, τότε ο «αναγνώστης» του πίνακα χρειάζεται να γνωρίζει τη γλώσσα του δημιουργού του, του ζωγράφου; Ο Λουί Μαρίν δίνει πάλι μια απάντηση: «Για να αποκωδικοποιήσουμε ένα κείμενο, για να καταλάβουμε το νόημα του, πρέπει να διαθέτουμε έναν αναγνωστικό κώδικα, να αναγνωρίζουμε δηλαδή ό,τι αφορά το γραπτό λόγο, τους γραμματικούς κανόνες και το λεξιλόγιο μιας γλώσσας. Τις περισσότερες φορές ο κώδικας αυτός είναι, κατά τη χρήση του, ασυνείδητος, δεν αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι χρησιμοποιούμε έναν κώδικα. Κατ’ αναλογία, μπορούμε να πούμε ότι εν γένει ο ζωγραφικός πίνακας είναι ένα κωδικοποιημένο «κείμενο». Κοιτάζοντας έναν πίνακα, ενεργοποιείται ασυνείδητα μια άλλη, προϋπάρχουσα γνώση, εκείνη που ενοποιεί το χώρο της αναπαράστασης. Όταν δεν έχουμε συνείδηση ότι αποκρυπτογραφούμε έναν πίνακα, σημαίνει πως μοιραζόμαστε με το ζωγράφο τον ίδιο ζωγραφικό κώδικα».

Αναρωτιέμαι όμως, γιατί εκπαιδευόμαστε τόσα πολλά χρόνια (έστω, κουτσά στραβά) στην ανάγνωση κειμένων και κανένα στην ανάγνωση πινάκων; Αν αυτό που λέμε «γούστο» περιλαμβάνει την ικανότητά μας να αποκρυπτογραφούμε τον κώδικα του ζωγράφου, γιατί δεν το καλλιεργούμε αυτό στην εκπαιδευτική μας διαδικασία; Είναι άραγε καλύτερο ή χειρότερο που το έχουμε αφήσει στην τύχη του; Είναι ελευθερία ή μειονέκτημα; Δεν έχω ακόμα βέβαιη απάντηση. 

Η Λίλι Μπρίσκο, μία από τις κεντρικές ηρωίδες της Βιρτζίνια Γουλφ στο αριστούργημα της Προς το Φάρο, προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της εξιστόρησης να ολοκληρώσει έναν πίνακα, μετατρέποντας τις σκέψεις και τα συναισθήματα των χαρακτήρων σε σχήματα και χρώματα. Και ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι βάζει τη ζωγραφική να καθρεφτίζει το μέσα μας. Έτσι, ο πίνακας γερνά και αποτυπώνει τις αμαρτίες του ήρωα, ενώ ο ίδιος παραμένει νέος. Ενώ ο Λεονάρδο Παδούρα στο (ογκώδες αλλά) βιβλίο του Οι αιρετικοί αναμιγνύει τους εβραίους του τραγικού πλοίου Σεντ Λούις το 1939 που προσπαθούν να διαφύγουν από τη ναζιστική Γερμανία, έναν άλλο νεαρό εβραίο που παίρνει την απόφαση στα μέσα του 17ου αιώνα να μαθητεύσει δίπλα στον Ρέμπραντ αψηφώντας κάθε κανόνα της θρησκείας του, και τον γνωστό μας αστυνομικό Μάριο Κόντε στη σύγχρονη Αβάνα, τη στιγμή ακριβως που στο Λονδίνο βγαίνει σε δημοπρασία ένας πίνακας – μήπως ένας αυθεντικός Ρέμπραντ; Αλήθεια, είναι πιθανό να μην υπάρχει κανένα βιβλίο με πρωταγωνίστρια τη ζωγραφική που να μην είναι συναρπαστικό. 

Και βέβαια, στο τέλος έρχεται ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ με μια καταπληκτική νουβέλα για την εμμονή ενός ζωγράφου με την τελειότητα, εμμονή που τον οδηγεί στην πλήρη αφαίρεση, πολύ πριν αυτή εμφανιστεί στην ιστορία της τέχνης. Το βιβλίο λέγεται Άγνωστο Αριστούργημα, και είναι απερίγραπτα όμορφο, δεν γίνεται να μην κλέψουμε κάτι από εκεί: “Η αποστολή της τέχνης δεν είναι ν’ αντιγράφει τη φύση αλλά να την εκφράζει! Ο ζωγράφος δεν είναι κανένας ασήμαντος αντιγραφέας! Είναι ποιητής! Πρρορισμός μας είναι να συλλάβουμε το πνεύμα, την ψυχή, τη φυσιογνωμία των πραγμάτων και των ανθρώπων. Και οι χρωματισμοί! Οι χρωματισμοί είναι ό,τι τυχαίο συμβαίνει μέσα στη ζωή, δεν είναι η ίδια η ζωή. Ένα χέρι, για παράδειγμα, δεν είναι μόνο ένα μέρος του σώματος. Εκφράζει και προεκτείνει μια σκέψη που πρέπει ν’ αποδώσουμε.”

Οι ήρωες του βιβλίου του Μπαλζάκ είναι είτε φανταστικά πρόσωπα είτε αληθινά (ο Νικολά Πουσέν του οποίου τις απόψεις διαβάσαμε λόγο παραπάνω και ο Φρανς Παουρμπους είναι αληθινοί ζωγράφοι των πρώτων δεκαετιών του 17ου αιώνα όπου διαδραματίζεται το βιβλίο).  Το Άγνωστο Αριστούργημα γράφτηκε το 1831 και δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα. Ακριβώς έναν αιώνα μετά, προτάθηκε στον Πικάσσο να το εικονογραφήσει, πράγμα που έκανε, κι έτσι το βιβλίο δέθηκε για τα καλά με τη ζωγραφική με δέκα πανέμορφα χαρακτικά. Ο Πικάσσο αγάπησε τόσο πολύ το βιβλίο, που βρήκε στο Παρίσι το ατελιέ στο οποίο διαδραματίζεται (οδός des Grands-Augustins αριθμός 7) και το νοίκιασε, κάνοντάς το δικό του εργαστήριο, εκεί μάλιστα ζωγράφισε την Γκερνίκα! Όμως το Άγνωστο αριστούργημα, δεν συσχέτισε τη λογοτεχνία μόνο με τη ζωγραφική. Εκεί βασίστηκε η ταινία “Η ωραία καυγατζού” του Ζακ Ριβέτ (1991) με τους Μισέλ Πικολί, Τζέιν Μπίρκιν και Εμμανουέλ Μπεάρ. Λογοτεχνία, ζωγραφική, κινηματογράφος, όλα εδώ για να επιβεβαιώσουν τον Κλέε, να καταστήσουν κάτι ορατό

 

 

Οι Πίνακες

Η γκαλερί μας σήμερα έχει θέμα “όταν η ζωγραφική εμπνέεται από τη λογοτεχνία” και παρουσιάζει: 

  1. Οφηλία (1851) του John Everett Millais, εμπνευσμένη από τον Άμλετ του Σέξπιρ
  2. Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ (1832)  του Τέρνερ, εμπνευσμένο από το ποίημα του Λόρδου Βύρωνα
  3. Η σονάτα του Κρόιτσερ (1901) του Ρενέ-Ξαβιέ Πρινέ, από την ομώνυμη νουβέλα του Τολστόι που πήρε τ όνομα της από τη σονάτα για πιάνο και βιολί του Μπετόβεν
  4. I Saw the Figure 5 in Gold (1928) του Charles Demuth, πίνακας εμπνευσμένος από ποιήματα του Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμ
  5. Αντιγόνη (1941) του Μαρκ Ρόθκο, εμπνευσμένη από την τραγωδία του Σοφοκλή
  6. Εικονογράφηση του Γάλλου εικαστικού Gérard Trignac για την πόλη Οκτάβια από τις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο
  7. Hamlet and Horatio in the Cemetery (1839) του Ευγένιου Ντελακρουά, πίνακας εμπνευσμένος από το έργο του Σέξπιρ
  8. Το ναυάγιο του Δον Ζουαν (1840), του Ευγένιου Ντελακρουά, πάνω στο ποίημα Δον Ζουαν του Μπάιρον
  9. Προμηθέας Δεσμώτης (1611) του Πιτερ Πάουλ Ρούμπενς, εμπνευσμένος από την τραγωδία του Αισχύλου
  10. Domain of Arnheim (1962) του Ρενέ Μαγκρίτ, πάνω στην ομότιτλη ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε
  11. Down the Rabbit Hole (1969), Σαλβαδόρ Νταλί, εμπνεσυμένο από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λούις
  12. Πίνακας του Πάουλ Κλέε εμπνευσμένος από την αιγυπτιακή μυθολογία
  13. Χαρακτικό του Πικάσσο (1931) για το βιβλίο Άγνωστο αριστούργημα του Ονόρε Ντε Μπαλζάκ

Πηγές

  1. Πώς διαβάζεις έναν πίνακα ζωγραφικής, Λουί Μαρίν, μτφρ. Α. Δασκαλάκης, εκδ. ΜΙΕΤ
  2. Το άγνωστο αριστούργημα, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, μτφρ. Δ. Δημητριάδης, εκδ. Άγρα
  3. Κρουαζιέρα θανάτου, Νάιο Μαρς, μτφρ. Ι. Βετσοπούλου. εκδ. Καλειδοσκόπιο
  4. Κυανοπωγων, Κουρτ Βόνεγκατ, μτφρ. Χρ. Τσαλικίδου, εκδ. Θύραθεν
  5. Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, Τρέισι Σεβαλιέ, μτφρ. Θ. Καλογιάννη, εκδ. Ωκεανίδα
  6. Το κορίτσι με τον υάκινθο, Σούζαν Βρίλαντ, μτφρ. Β. Λίγγρη, εκδ. Διήγηση
  7. Οι αιρετικοί, Λεονάρδο Παδούρα, μτφρ. Κ. Αθανασίου. εκδ. Καστανιώτη
  8. Στο φάρο, Βιρτζίνια Γουλφ: πολλές εκδόσεις
  9. Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, Όσκαρ Ουάιλντ: πολλές εκδόσεις
  10. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF_%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1
  11. https://www.lifo.gr/culture/eikastika/terner-kai-konstampl-dyo-megaloi-antagonistes-synantioyntai-xana. 
  12. https://www.lifo.gr/culture/vivlio/dyo-meres-afieromenes-stis-aorates-poleis-toy-italo-calvino.
  13. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω ξανά το άρθρο των Νέων, ίσως είναι της Μικέλας Χαρτουλάρη, από το Βιβλιοδρόμιο, 13.8.2010. 

Δείτε

“Η ωραία καυγατζού”, του Ζακ Ριβέτ, 1991: μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών το 1992

Σχετικές Polaroid Stories

Ιπτάμενες ιστορίες με τον Μαρκ Σαγκάλ

«Σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη»

Η γιαγιά του Πολ Γκογκέν