“Άφησα τη φαντασία να πάρει το δρόμο της για να δω αν μπορούσε να σωθεί”

(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Το 1923 το Νόμπελ λογοτεχνίας απονεμήθηκε σε έναν ποιητή, τον Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς. Ένα χρόνο πριν είχαν εκδοθεί οι Ελεγείες του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, το Τρίλθε του Σέσαρ Βαγιέχο και η Έρημη γη του Τ.Σ. Έλιοτ. Από μια άλλη οπτική γωνία, το 1923 ανοίχτηκε ο τάφος του Τουταγχαμών, αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά αυγά δεινοσαύρων, ιδρύθηκε το Disney Studio. Ο Μεγάλος Πόλεμος είχε τελειώσει και οι άνθρωποι έκαναν διάφορα, ίσως και να έλπιζαν. Στο Μόναχο όμως ετοιμαζόταν το πραξικόπημα της μπυραρίας, η πρώτη απόπειρα του Χίτλερ να πάρει την εξουσία. Την ίδια ώρα, και ενώ μία αδιανόητη καλλιτεχνική πρωτοπορία ταρακουνούσε το ναυάγιο της Ευρώπης μήπως και ξεκολλήσει από τον βυθό, στο Νιου Τζέρσει των ΗΠΑ ένας αμερικανός γιατρός ποιητής με πατέρα άγγλο και μητέρα πορτορικανή, “αποφάσισε να φωτίσει τα αποκομμένα, συνηθισμένα πράγματα, βύθισε τις σόλες του στο χώμα και πέρασε απευθείας μέσα στη στιγμή: Η ΑΝΟΙΞΗ!”

Είναι άνοιξη: η ζωή πάλι αρχίζει να παίρνει την κανονική της εμφάνιση όπως και “σήμερα”. Μόνο η φαντασία δεν εξαπατάται. Τα ηφαίστεια έχουν σβήσει. Το κάρβουνο αρχίζει ξανά να σκάβεται εκεί που χθες το βράδυ ήταν τα δάση με τις φτέρες. […]

Είναι άνοιξη. Σαν να λέμε, πλησιάζει Η ΑΡΧΗ.

Ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (1883-1963) ήταν από τους κυριότερους εκπροσώπους του μοντερνισμού στην αμερικάνικη ποίηση, παρότι πρώτη γλώσσα του ήταν τα ισπανικά. Βάση και έμπνευση για τη γενιά των μπιτ ποιητών του ΄50 και του ΄60, ο Γουίλιαμς έγραψε μάλιστα την εισαγωγή στο Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ το 1956. Η Άνοιξη είναι ένα παράξενο βιβλιαράκι του, που τυπώθηκε στη Γαλλία, από τον εκδοτικό οίκο που είχε τυπώσει τον Οδυσσέα του Τζόυς, ένα χρόνο πριν. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της καλαίσθητης έκδοσης των εκδόσεων Οξύ: “ένα εκρηκτικό μανιφέστο – πεζό; ποιητικό; – που ανεβάζει τη φαντασία στην εξουσία τέσσερις πέντε δεκαετίες πριν ο Μάης του ’68 κατοχυρώσει το σύνθημα.

Για όσο ο ουρανός αναγνωρίζεται σαν συσχετισμός
αναγνωρίζεται στη λειτουργία του συνεργού σε ασαφείς λέξεις που το νόημά τους είναι αδύνατον να επανανακαλυφθεί
η αξία του δεν μπορεί να είναι παρά μαθηματική 
ορισμένα βαρυτικά πεδία και πυκνότητα αέρα

Ο αγρότης και ο ψαράς που διαβάζουν εκεί τις ζωές τους έχουν ένα πρακτικό διορθωτικό μέτρο για –
επανανακαλύπτουν ή αντικαθιστούν ξεπερασμένα νοήματα σε θρησκευτικούς όρους
Ανάμεσά τους, χωρίς διεύρυνση μεταξύ ζωής και της φαντασίας που είναι αναγκαία για την ελευθερία
Ο άνθρωπος της φαντασίας που στρέφεται στην τέχνη για ανακούφιση και εκπλήρωση των βρεφικών του υποσχέσεων τα βάζει με τον ουρανό 

 

Λέει ο Γιάννης Λειβαδάς πως ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς ήταν εκείνος που προώθησε, όσο κανείς άλλος στις ΗΠΑ, την άποψη πως η ποίηση γράφεται κατά βάση με την ακουστική ισορροπία και την απλή, καθημερινή ομιλία. Και ο Θάνος Καραγιαννόπουλος στον πρόλογό του στο Και μαζί η Άνοιξη σημειώνει: “Τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμ τον απασχολούσαν αληθινά πράγματα, άνθρωποι με τρέχουσες ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα ωθούσε τη γλώσσα στα άκρα εξυμνώντας την ανωτερότητα της φαντασίας. Κι αυτό που κατάφερε, ακριβως στο σημείο καμπής της ποίησης, ήταν ν’ αδειάσει τον συμβολικό σωρό του μύθου και της μεταφοράς και πατώντας γερά στη γη να περάσει απευθείας μέσα στη στιγμή. Α, ναι, η Άνοιξη!”

Η μέρα

Όλο που μπαίνει σ’ ένα άλλο άτομο
όλο χορτάρι, όλο κοτσύφια που πετούν
όλο αζαλέες ανθισμένες
αλμυροί άνεμοι –

Πουλημένοι σ’ αυτούς οι άνθρωποι χτυπούν τυφλά
μεταξύ τους
ανοίγοντας τα κεφάλια τους

Γι’ αυτό οι αγώνες μποξ και
τα κινέζικα ποιήματα είναι το ίδιο – 

Δεν υπάρχει τίποτα στο γύρισμα
του ανέμου παρά – σταγόνες κρύας βροχής

Όταν ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς προλόγισε την πρώτη έκδοση του Ουρλιαχτού του Γκίνσμπεργκ (City Light Books, Σαν Φρανσίσκο, 1956) έγραψε πως “Οι ποιητές είναι καταραμένοι, τυφλοί όμως δεν είναι, βλέπουν με τα μάτια των αγγέλων” και “Σηκώστε τους ποδόγυρους σας, Κυρίες μου, περνάμε από την Κόλαση”. Μήπως τελικά αυτό το πέρασμα από την κόλαση κοιτώντας τριγύρω με ματιά αγγέλου είναι τελικά η ποίηση; Είτε γράφεται είτε παίζεται σε σαξόφωνο είτε απλώς απολαμβάνει ένα χωνάκι παγωτό στο παγκάκι;

Το τριαντάφυλλο είναι παρωχημένο
αλλά κάθε πέταλο τελειώνει σε
μια μύτη, η διπλή όψη
συγκολλά τις αυλακωμένες
στήλες του αέρα – Η μύτη
κόβει δίχως να κοβει
συναντά – τίποτα – ανανεώνει
τον εαυτό της σε μέταλλο ή πορσελάνη – 

κατά πού; Τελειώνει – 

Αλλά αν τελειώνει
η αρχή έχει ξεκινήσει
κι έτσι η ενασχόληση με τα τριαντάφυλλα
γίνεται γεωμετρία – 

 

Δεν ήταν ο μόνος ποιητής που είδε την άνοιξη όχι ως κάποια ειδυλλιακή γιορτή αλλά ως μια επώδυνη μεταβατική διαδικασία. Στην εντελώς σύγχρονη Έρημη Χώρα του συνομήλικου Έλιοτ επίσης ανατρέπεται ο ανοιξιάτικος μύθος, από τον πρώτο κιόλας στίχο: “Ο Απρίλης μήνας είν’ ο πιο σκληρός”. Ακολουθούν ο Ντίλαν Τόμας, η Σύλβια Πλαθ, αλλά και ο Νίκος Καρούζος που δεν μοιάζει καθόλου σίγουρος “αν η ‘Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας”. Αργότερα καταλήγει σε συμπέρασμα – μην μπορώντας να χωρέσει μέσα του τα άδικα πράγματα που γίνονται στο όνομα κάποιου τελεσίδικου δίκιου. Μα, αυτό είναι χειμώνα καλοκαίρι, θα μου πείτε… Ναι, αλλά η εξέγερση της Κροστάνδης άρχισε μια άνοιξη. Με την εκτέλεση αυτής ειδικά της εξέγερσης, μοιάζει για τον Καρούζο σαν να εκτελέστηκε και η εποχή: “μπλόφα χοντρή η άνοιξη στις μέρες μας” λοιπόν. Και ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμ;

Τερατώδης ανθρωπότητα
εκεί που ο άνεμος τη σπάει – 

Μίσος του της νύχτας και της μέρας
από λουλούδια και βράχους. Τίποτα
δεν κερδίζεται λέγοντας πως η νύχτα θρέφει τον φόνο – Είναι το κλασικό λάθος

Η Άνοιξη του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς μας μεταφέρει σε ένα μάλλον βιομηχανικό, σίγουρα ζοφερό τοπίο κοντά σε ένα νοσοκομείο. Εκεί η άνοιξη δεν γιορτάζεται ως αναγέννηση, παρουσιάζεται σαν ένας ήσυχος αγώνας για κάτι, μια αργή και σχεδόν επώδυνη προσπάθεια της ζωής να ξεπεράσει τα όρια που έχουν τεθεί. Ίσως και να απηχεί τη μεταπολεμική ανησυχία σχετικά με τη διαρκή τεχνολογική πρόοδο, και να προσπαθεί να δώσει ένα σπρώξιμο στην αλλαγή, φέρνοντας τη φαντασία προ των ευθυνών της: “είναι η φαντασία που έχει στη ράχη της την πραγματικότητα“, λέει. Και αλλού, βλέπει τη φαντασία, απελευθερωμένη από τις χειροπέδες της, να μπαίνει επικεφαλής. Όσοι έρχονται πίσω της, λέει, έχουν πολλά να σκεφτούν. 

Στο έργο παρελαύνουν στίχοι, πεζά, μικρά δοκίμια, φιλοσοφικοί στοχασμοί – παραμένοντας πάντως κάθε στιγμή ποιητικό. Παρελαύνουν και λουλούδια, πολλά λουλούδια σε διάφορους ρόλους, παρότι δίνεται η αίσθηση της αντίστασης στην ομορφιά των λουλουδιών. Όποια κι αν είναι η αντίσταση, η άνοιξη έρχεται, το θυμίζει ο συγγραφέας συχνά πυκνά, νομίζω ποτέ ειρωνικά, αλλά και ποτέ απολύτως ελπιδοφόρα. Κάπου γράφει πως έχει επέλθει μια τρομακτική σύγχυση, κανείς δεν ξέρει πού να στραφεί, σαν να μας κοιτάζει καταπρόσωπο η κενότητα, και κοιταζόμαστε και ρωτάμε ο ένας τον άλλον το παλιό αναπάντητο ερώτημα: Προς τα πού; Πώς; Τι; Γιατί; Όμως να, ούτως ή άλλως τώρα επιτέλους η άνοιξη είναι εδώ, λέει, αλλά δεν βλέπω την άνοιξη να καταπίνει το παλιό αναπάντητο ερώτημα. Και γιατί να το κάνει, άλλωστε; 

Προς το τέλος του βιβλίου, μου έρχεται στο μυαλό έντονα πως ίσως η άνοιξη είναι απλώς μια κάποια λύσις… 

 

Τώρα έχω φτάσει σε μια διαφορετική κατάσταση. Βρίσκω πως οι αξίες που ανακαλύφθηκαν μπορούν να επεκταθούν.
Βρίσκω τον εαυτό μου να επεκτείνει την κατανόηση στο έργο των άλλων και σε άλλα πράγματα –

και πως η “ομορφιά” δεν σχετίζεται με το “κάλλος” αλλά με μια κατάσταση όπου η πραγματικότητα παίζει ρόλο […]

Η οικουμενικότητα των πραγμάτων
με τραβάει προς το γλύκισμα
με πορτοκαλοκόκκινα λουλούδια που ανοίγουν […]

Περνώντας με το μυαλό μου
από τίποτα στον κόσμο
αλλά το δικαίωμα διέλευσης
απολαμβάνω στον δρόμο δίπλα
είδα
έναν ηλικιωμένο που
χαμογέλασε και κοίταξε αλλού
στα βόρεια μπροστά σ’ ένα σπίτι
μια γυναίκα στα μπλε
που γελούσε και
έσκυβε μπρος για να δει […]

Αυτή είναι η εποχή του χρόνου
που αγόρια δεκαπέντε και δεκαεφτά
φοράνε πασχαλιές με δυο κοτσάνια
στα καπέλα τους – ή στο ένα αυτί 

Τι είναι που το κάνει αυτό; […]

Είναι η φαντασία που έχει στη ράχη της την πραγματικότητα – Είναι η φαντασία […]

Αυτός που έχει φιλήσει
φύλλο
δεν χρειάζεται να ψάξει παραπέρα.

 


 

Πηγές

  1. Και μαζί η άνοιξη, Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμ, μτφρ. Θ. Καραγιαννόπουλος, εκδ. Οξύ
  2. Ανθολογία μπιτ ποίησης, Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ροές

Η γκαλερί

  1. Georgia O’Keeffe, “Oriental Poppies”, 1927
  2. Vincent van Gogh, Blossoming Almond Branch in a Glass with a Book, 1888
  3. Raoul Dufy, Bouquet of Flowers, 1951
  4. Marc Chagall, Bouquet of Mimosas, 1954
  5. Gabriele Münter, Flowers on a Blue-Black Background, 1935  
  6. Georgia O’Keeffe, Jack-in-the-Pulpit II, 1930 
  7. Paul Gauguin, Roses and Statue, 1889
  8. Léonard Tsuguharu Foujita, Still life with anemones, 1918
  9. Charlotte Hardy, Hellebores
  10. Emil van Hauth, Still Life with Flowers and Books .
  11. Suzanne Valadon, Bouquet of Roses, 1936.
  12. Paul Cézanne, Terracotta Pots and Flowers, 1891

Επιλέχτηκαν λουλούδια σε βάζα ή γλάστρες, να μπει κάποιος περιορισμός στην οργιώδη άνοιξη. Μόνο η Τζόρτζια Ο Κιφ βγήκε εκτός πλαισίου, αλλά ΠΑΝΤΑ βγαίνει εκτός πλαισίου…

Το σάουντρακ

Σχετικές Polaroid Stories

Χαϊκού και πυγολαμπίδες

Φθινόπωρο, ή Το δικαίωμα στην τεμπελιά

Ο Πίτερ Μπρίγκελ και η κλιματική αλλαγή