(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Γράφει ο Ίταλο Καλβίνο στις Αόρατες Πόλεις του: «Καλά θα κάνετε να μην τους πείτε ότι διαφορετικές πόλεις διαδέχονται η μία την άλλη στον ίδιο χώρο και με το ίδιο όνομα, ότι συχνά γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσει η μία την άλλη, χωρίς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Μερικές φορές μάλιστα παραμένουν ίδια και τα ονόματα των κατοίκων, η προφορά των λέξεων, ακόμα και οι γραμμές των προσώπων τους, αλλά οι θεοί που κατοικούν πίσω από τα ονόματα και πάνω από τους τόπους έχουν φύγει χωρίς να τους πουν τίποτα» – κι εγώ νόμιζα πάντα πως ο Καλβίνο θέλει να βάλει μυαλό σε εκείνους που ονειρεύονται μεγάλες πατρίδες και φαντασιώνονται σπουδαίους προγόνους και καθαρούς απογόνους επειδή κάποιοι κάποτε έφτιαξαν στα πέριξ τη φιλοσοφία, τον Παρθενώνα, ή όλα τ΄ άλλα.
Μα γνώρισα από κοντά μια θεά που πράγματι έφυγε χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, έτσι, πφφ, εξαφανίστηκε. Είναι η Αφαία, που λατρευόταν μόνο στην Αίγινα, αν και η παλιότερη αναφορά σ’ αυτήν είναι σ’ ένα αγγείο κατασκευασμένο στη Χίο. Μια θεά αινιγματική, που για χάρη της είχε γράψει τραγούδι κι ο Πίνδαρος, λένε μάλιστα πως χόρεψε στη γιορτή της, στον ναό της. Αφαία ή Άφα, γιατί εξαφανίστηκε, έγινε άφαντη στη θέση όπου χτίστηκε το ιερό της. Την έσωσε, λένε, ένας ταπεινός ψαράς όταν την κυνηγούσε στη θάλασσα ο Μίνωας, και αυτός ο ψαράς την έφερε στην Αίγινα. Αλλού διάβασα πως ο ψαράς την πολιόρκησε ερωτικά μέσα στη θάλασσα, εκείνη φοβήθηκε και κολύμπησε ως την Αίγινα για να του ξεφύγει. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όταν οι αιγινήτες έχασαν την ανεξαρτησία τους από τους αθηναίους κάπου στον 5ο αιώνα π.Χ., η Αφαία λησμονήθηκε οριστικά.
Έμεινε το ιερό της, χτισμένο κι αυτό πάνω σ’ ένα παλιότερο – που ποιος να ξέρει ποιους θεούς και ποιους θνητούς φιλοξένησε. Ναός πρότυπο για τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, στέκεται ακόμα εκεί, όμορφος, συγκινητικός, να μιλάει με τα πεύκα και τα σύννεφα, σε μια δική τους γλώσσα, και στη σκιά του να ερωτεύεται η δωδεκάχρονη Ζωή τον δωδεκάχρονο Παναγιωτάκη στα παιδικά βιβλία της Ζωρζ Σαρή. Κι ένας υπάλληλος, ούτε αρχαιολόγος ούτε ξεναγός ούτε καν κοστουμαρισμένος, ένας απλός δημόσιος υπάλληλος του ενιαίου μισθολογίου με πράσινο μακό μπλουζάκι να χαμογελάει στους σύγχρονους επισκέπτες του μικρού μουσείου, απ’ αυτά τα σχεδόν τρυφερά μικρά μουσεία που υπάρχουν σχεδόν παντού σ’ αυτή τη χώρα, μακριά από το εμπόριο πολιτισμού και από τις μίζερης αισθητικής μεγαλοφιέστες. Και να καταφέρνει με τη γλυκύτητά του αυτός ο απλός δημόσιος υπάλληλος του ενιαίου μισθολογίου με το πράσινο μακό μπλουζάκι – ίσως και χωρίς να το ξέρει – να μας κάνει όλους συμμέτοχους σ’ αυτή την αλήθεια, πως καθόλου δεν πειράζει που οι θεοί φεύγουν χωρίς να πουν τίποτα και που οι πόλεις διαδέχονται η μία την άλλη, συχνά χωρίς καν να γνωριστούν μεταξύ τους. Μόνο να μην μεγαλοπιανόμαστε πως είμαστε τίποτα σπουδαίοι εξαιτίας τους, μόνο αυτό.
Αναφορές
- Ο θησαυρός της Βαγίας, Ζορζ Σαρρή, 1969
- Αόρατες πόλεις, Ίταλο Καλβίνο, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Καστανιώτη
Σχετικές polaroid stories