(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)
Ασημιά κουδούνια αντηχούν στον δρόμο
πούθε πας μικρό μου ηλιοχιόνιστο
Πάω στις μαργαρίτες πέρα στο λιβάδι
πράσινο λιβάδι σαν ζωγραφιστό…
Εμείς το γνωρίσαμε σαν τραγούδι του Χρήστου Λεοντή, σε ελεύθερη απόδοση του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που το τραγούδησε ωραιότατα η Τάνια Τσανακλίδου στο δίσκο “Αχ έρωτα” το Σεπτέμβριο του 1974, στην αρχή της μεταπολίτευσης. Ο τίτλος που του δόθηκε από τους έλληνες συντελεστές είναι Νανούρισμα, ο δημιουργός του όμως, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, το είχε ονομάσει Η Μπαλάντα της μικρής πλατείας (Balada de la placeta) και το είχε συμπεριλάβει στην πρώτη μεγάλη του συλλογή, το Βιβλίο Ποιημάτων (Libro de Poemas) το 1921. Ακριβώς δεκαπέντε χρόνια πριν την εκτέλεσή του το ξημέρωμα της 19ης Αυγούστου 1936 στο Βιθνάρ, κοντά στη Γρανάδα, από παραστρατιωτικούς εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο. Βλέπετε, ο Λόρκα ήταν δημοκρατικός, κομμουνιστής και ομοφυλόφιλος, και η εποχή άγρια για τους δημοκρατικούς, τους κομμουνιστές, τους ομοφυλόφιλους. Το σώμα του ρίχτηκε σε ομαδικό τάφο και δεν έχει βρεθεί ποτέ. Δεν ξέρουμε παραπάνω λεπτομέρειες για τη δολοφονία του, αν βασανίστηκε, αν τον κατέδωσε η οικογένειά του, διάφορες εικασίες δημοσιεύονται κατά καιρούς, άλλες επιβεβαιώνονται άλλες όχι. Το βέβαιο γεγονός είναι η φασιστικής έμπνευσης και υλοποίησης δολοφονία του, λίγο μετά την ολοκλήρωση του αριστουργήματός του Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, κείμενο από μόνο του αρκετό να προκαλέσει τους φασίστες της εποχής – μέρος μιας τριλογίας μαζί με το Ματωμένο γάμο και τη Γέρμα που απεικόνισε με ακρίβεια την αποπνικτική ατμόσφαιρα της ισπανικής κοινωνίας λίγο πριν πέσει το σκοτάδι του φρανκισμού. Το έργο απαγορεύτηκε και έκανε πρεμιέρα τελικά στο Μπουένος Άιρες (!) το 1945.
Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής της δολοφονίας του Λόρκα είναι λίγο πολύ γνωστό. Ένα μήνα πριν είχε γίνει το πραξικόπημα του Φράνκο, είχε ήδη πέσει η Γρανάδα, και η μεγαλειώδης αντίσταση είχε ξεκινήσει, μετατρεπόμενη σχεδόν αμέσως σε κοινωνική επανάσταση με καταλήψεις γης και εργοστασίων να γίνονται παντού… Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες θα οργανώνονταν τον Οκτώβριο, ενώ ο Χίτλερ είχε ήδη συμβάλει στην επιτυχία του φρανκικού πραξικοπήματος κι ετοίμαζε τη λεγεώνα του με τ’ όνομα Κόνδωρ να ισοπεδώσει την πόλη Γκερνίκα, πρώτο δείγμα ολοκληρωτικού, μαζικού βομβαρδισμού στην Ευρώπη.
Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι
πέρα είνʼ το λιβάδι ώρες μακριά
Η δικιά μου αγάπη διόλου δεν φοβάται
τʼ ανοιχτό τʼ αγέρι την δενδροσκιά
Ο Λόρκα δεν έγραφε γλυκά νανουρίσματα. Αντίθετα, με τα νανουρίσματά του ήταν σαν να ειδοποιεί τα παιδιά για τις σκληρές αλήθειες του κόσμου, τον φόβο, τον κίνδυνο. Στην Μπαλάντα της μικρής πλατείας ο ποιητής συζητάει με τα παιδιά που παίζουν στην πλατεία, με διαλόγους και εικόνες πολύ σκληρές, ένας σκοτεινός σουρεαλισμός. Για παράδειγμα, τα παιδιά τον ρωτούν τι νιώθει στο διψασμένο του στόμα και ο ποιητής απαντά: «Τη γεύση από τα κόκκαλα του μεγάλου μου κρανίου» (El sabor de los huesos de mi gran calavera). Στο ελληνικό τραγούδι δεν υπάρχουν τέτοιες μακάβριες εικόνες. Τα στοιχεία της φύσης που χρησιμοποιούνται είναι φιλικά, το πράσινο λιβάδι, οι μαργαρίτες, η δενδροσκιά. Αν και, ο συνδυασμός στίχων, μουσικής, ερμηνείας υπονοεί από την πρώτη στιγμή μια κάποια απειλή. Το παιδί πρέπει να κοιμηθεί προστατευμένο σε έναν κόσμο που κρύβει κινδύνους. Νομίζω λοιπόν πως, παρότι αυτονομήθηκε αρκετά το ποίημα από το μητρικό του, έβγαλε τελικά ένα παρόμοιο, αν όχι ολόιδιο, συναίσθημα.
Είμαι σίγουρη πως δεν θα τον πείραζε τον Λόρκα αυτή η ελεύθερη απόδοση των στίχων του, δεν ήταν άνθρωπος που νοιαζόταν τόσο πολύ για τους τύπους. Ο ίδιος σε ομιλία του που δόθηκε στη Μαδρίτη το 1928 περί των ισπανικών νανουρισμάτων λέει:
“Βρίσκομαι σε εκείνο το ποιητικό επίπεδο όπου το ναι και το όχι των πραγμάτων είναι εξίσου αληθινά. Αν με ρωτούσατε: «Μια νύχτα με φεγγάρι πριν από εκατό χρόνια είναι ίδια με μία πριν από δέκα χρόνια;» θα μπορούσα να αποδείξω (όπως θα μπορούσε οποιοσδήποτε ποιητής ικανός στην τέχνη του) ότι είναι νύχτες πανομοιότυπες και όμως απολύτως διακριτές. Προσπαθώ να αποφύγω λοιπόν αυτά τα λόγια δεδομένα, που δεν έχουν μεγάλη ομορφιά και απλώς κουράζουν το κοινό, και να τονίσω συναισθηματικά δεδομένα, αφού σίγουρα ενδιαφέρεστε περισσότερο να μάθετε αν μια μελωδία μπορεί να γεννήσει ένα απαλό αεράκι που φέρνει ύπνο ή αν ένα τραγούδι μπορεί να αποκαλύψει ένα απλό τοπίο στα νεοσχηματισμένα μάτια ενός παιδιού, παρά να μάθετε αν είναι του δέκατου έβδομου αιώνα ή γραμμένο σε ρυθμό 3/4, κάτι που ο ποιητής πρέπει να γνωρίζει, αλλά όχι να το επαναλαμβάνει, και το οποίο είναι στην πραγματικότητα ενδιαφέρον μόνο σε όποιον αφιερώνεται σε αυτά τα θέματα.
Πριν από μερικά χρόνια, περπατώντας στα περίχωρα της Γρανάδας, άκουσα μια γυναίκα από το χωριό να τραγουδάει για να κοιμίσει το παιδί της. Πάντα αντιλαμβανόμουν την έντονη θλίψη των τραγουδιών της κούνιας της χώρας μας, αλλά ποτέ δεν την είχα νιώσει τόσο έντονα όσο τότε. Πλησιάζοντας την τραγουδίστρια για να σημειώσω τους στίχους, παρατήρησα ότι ήταν μια όμορφη ανδαλουσιανή, χαρούμενη και χωρίς την παραμικρή νότα μελαγχολίας, αλλά εκτελούσε πιστά τις εντολές μιας ζωντανής παράδοσης που λειτουργούσε μέσα της, σαν να άκουγε κάποιες αρχαίες, αγέρωχες φωνές που αντηχούσαν στο αίμα της. Από τότε προσπάθησα να συλλέξω νανουρίσματα από κάθε γωνιά της Ισπανίας, επιθυμώντας να μάθω πώς οι γυναίκες της υπαίθρου νανουρίζουν τα παιδιά τους, και μετά από λίγο καιρό κατάλαβα πως η Ισπανία χρησιμοποιεί τις πιο θλιβερές μελωδίες και τα πιο μελαγχολικά κείμενα για να χρωματίσει τον ύπνο των παιδιών της.”
Τότε να φοβάσαι γιόκα μου τον ήλιο
ακριβό μου αγόρι ηλιοχιόνιστο
Τα μαλλιά μου ο ήλιος τά ‘καψε για πάντα
κι είμαι ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό
Κατά τη δική μου μη ειδική γνώμη, σε αυτό το τελευταίο τετράστιχο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει υπερβεί πια τον εαυτό του. Παίρνει τον φόβο του ενήλικου Λόρκα στη μικρή πλατεία του πρωτότυπου ποιήματος – ένας ενήλικας που μεγαλώνοντας έχει χάσει την αθωότητά του – και μεγαλουργεί, κάνοντας εικόνα αυτή τη γερασμένη ψυχή: ένας άνθρωπος που ο ήλιος (κόντρα σε όλα τα νανουρίσματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν το σκοτάδι, ποτέ τον ήλιο) του έκαψε τα μαλλιά, με αποτέλεσμα να γίνει “ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό”. Είναι συγκλονιστικό. Τηρουμένων των αναλογιών, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν μετέφρασε το Λόρκα, έγινε Λόρκα ο ίδιος για μια στιγμή, έτσι ώστε εμείς τελικά να διαβάζουμε και να ακούμε την Μπαλάντα της μικρής πλατείας, κάπου στη Γρανάδα…
Αυτή όμως δεν είναι η μαγεία της τέχνης; Να ανακατεύει τα υλικά από συναισθήματα και βιώματα που σε καλούν τελικά να τα αντιμετωπίσεις μέσα σου. Έτσι, ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό θα είναι πάντα για μένα – ανεξάρτητα από τις προθέσεις και των δύο δημιουργών – εκείνη η Ισπανία και οι φίλοι της, που το καλοκαίρι του 36 (17 Ιουλίου ήτανε) ξεκίνησε τον πιο όμορφο ίσως αγώνα κατά του φασισμού και ταυτόχρονα υπέρ ενός άλλου μοντέλου ζωής, πολιτικής, κοινωνίας. Ένα μήνα μετά ο Λόρκα δολοφονήθηκε, σαν να προειδοποιούσε με το θάνατό του τι θα επακολουθούσε και θα χανόταν “το πιο υπέροχο προλεταριάτο που γνώρισαν τα ριζοσπαστικά κινήματα πριν και μετά το 1936 – 39″*. Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι…
Ακούστε το
Και μια ισπανική μελοποίηση:
Πηγές
- https://www.poetryintranslation.com/PITBR/Spanish/Lullabies.php
- https://www.poetryintranslation.com/PITBR/Spanish/Lullabies.php
- https://hellopoetry.com/poem/620115/ballad-of-the-small-plaza
- https://www.in.gr/2023/08/18/istoriko-arxeio/fenteriko-gkarthia-lorka-oi-apantiseis-kai-ta-erotimata-gia-tin-tragiki-tou-dolofonia/#goog_rewarded
- https://www.ogdoo.gr/diskografia/diskoi-pou-den-ksexasa/leontis-papadopoylos-ax-erota-me-mitsia/
- Οι πίνακες είναι όλοι σκίτσα του ίδιου του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.
*Η φράση “το πιο υπέροχο προλεταριάτο που γνώρισαν τα ριζοσπαστικά κινήματα πριν και μετά το 1936 – 39” είναι του Μάρει Μπούκτσιν, από το δοκίμιό του Να θυμόμαστε την Ισπανία: Η αναρχική και συνδικαλιστική επανάσταση του 1936: “What was lost in Spain was the most magnificent proletariat that radical movements had ever seen either before or after 1936–39 – a classical working class in the finest socialist and anarchist sense of the term.”
Σχετικές Polaroid stories