(Η δημοσίευση αποτελείται εξ ολοκλήρου από αποσπάσματα από το βιβλίο Η ηχώ του χρόνου του Τζέρεμι Άιχλερ. Η επιλογή και η συρραφή τους για τις Polaroid Stories έγινε από τη Γεωργία Κανελλοπούλου)
“Τώρα όλα είναι ξεκάθαρα γι’ αυτούς. Ο λάκκος χάσκει σαν δίνη κι ο ορίζοντας καταυγάζεται από το φως των τελευταίων στιγμών.” – Λεβ Όζεροφ, Μπάμπι Γιαρ
“Μόνο η ιστορία, η πραγματική ιστορία με όλα τα δεινά και τις αντιφάσεις της, συνιστά την αλήθεια της μουσικής.” – Τέοντορ Αντόρνο, Για τη σημερινή σχέση μουσικής και φιλοσοφίας
[Ο Χίτλερ διάθετε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο Μη Επίθεσης εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Ναζί ήδη από το 1939, ενώ ο σοβιετικός τύπος λογόκρινε ή αποστείρωνε τις αναφορές στη γερμανική επιθετικότητα σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. Οι ρωσικές χειρονομίες φιλίας είχαν επεκταθεί ακόμη και στο πεδίο της μουσικής κουλτούρας: ο Στάλιν είχε τιμήσει τη συμμαχία με μια νέα παραγωγή της όπερας “Η Βαλκυρία” του Βάγκνερ από το Θέατρο Μπολσόι σε σκηνοθεσία του Σεργκέι Αιζενστάιν… Από την άλλη πλευρά, τη ναζιστική ιδεολογία πάντα διέκρινε αυξημένος αντιμπολσεβικισμός και ο Χίτλερ δεν έκρυβε την επιθυμία του για τους άφθονους πόρους και τον ζωτικό χώρο που τον περιμεναν στην Ανατολή. Έτσι, σε μια κούρσα ενάντια στο χρόνο, πριν την αναπόφευκτη είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, η ναζιστική ηγεσία είχε συγκροτήσει τη μεγαλύτερη δύναμη εισβολής στη στρατιωτική ιστορία: τρία εκατομμύρια άντρες, τρεις χιλιάδες άρματα μάχης και δυόμισι χιλιάδες πολεμικά αεροσκάφη. Για να νικηθεί και να καταστραφεί μια κι έξω ο μπολσεβικισμός (και κατ’ επέκταση, οι εβραίοι!) υπήρχε μόνο μία επιλογή. “Αυτός είναι πόλεμος εξόντωσης” δήλωσε ο αρχηγός του γερμανικού επιτελείου στρατού.
Ο σοβιετικός τύπος είχε αποσιωπήσει ως εκείνη τη στιγμή τις γερμανικές φρικαλεότητες σε τέτοια έκταση ώστε πολλοί σοβιετικοί Εβραίοι αρνήθηκαν να εκκενώσουν την περιοχή προς τα ανατολικά, παρόλο που τα στρατεύματα της Βέρμαχτ προέλαυναν, μάλιστα ορισμένοι υποδέχτηκαν τους εισβολείς με το παραδοσιακό καλωσόρισμα προσφέροντας ψωμί κι αλάτι! Ο δολοφονικός αντισημιτισμός του Χίτλερ είχε πια φτάσει σε ένα από τα μεγαλύτερα, από άποψη πληθυσμού, κέντρα του ευρωπαϊκού εβραϊσμού. Στις 19 Σεπτεμβρίου ο γερμανικός στρατός κατέλαβε με την ορμή τυφώνα το Κίεβο. Στις 23 Σεπτεμβρίου εμφανίστηκαν πλέον πτώματα να πλέουν στον Δνείπερο δίπλα σε μπόγους με εβραϊκά λατρευτικά αντικείμενα. Ένας μάρτυρας θυμάται: “Άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι σαν τσουρουφλισμένα ποντίκια σε κλουβί, ενώ από παντού άκουγες ουρλιαχτά και κραυγές”.
Βγαίνει φιρμάνι. “Όλοι οι Εβραίοι του Κιέβου και των περιχώρων καλούνται να παρουσιαστούν τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1941, στις 8.00 π.μ. στη γωνία των οδών… Να φέρουν μαζί τους τα έγγραφα, τα χρήματα και τα τιμαλφή τους, καθώς και ζεστά ρούχα… Όποιος δεν… θα εκτελεστεί.” Αλλά το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου δεν εμφανίστηκαν όλοι οι Εβραίοι. Κάποιοι αυτοκτόνησαν μαζί με τα παιδιά τους, πολλοί κρύφτηκαν. Καθώς από καιρό είχαν κυκλοφορήσει οι φήμες που κατηγορούσαν τους Εβραίους για τον καταστροφικό λιμό του 1932-33 στην Ουκρανία, ένα μέρος των ουκρανών βοηθούσε τους Ναζί είτε ενεργητικά είτε παθητικά να συλλάβουν Εβραίους. Κάποιοι έσπευσαν να μετακομίσουν σε διαμερίσματα εβραίων. Οι περισσότεροι Εβραίοι του Κιέβου συμμορφώθηκαν με τη διαταγή. Περίπου τριάντα χιλιάδες άνθρωποι σχημάτισαν ένα τεράστιο ποτάμι που κινούνταν προς το καθορισμένο σημείο, ενώ οι συμπολίτες τους τούς παρακολουθούσαν σιωπηλά. “Γέροι και γριες περπατούσαν στηρίζοντας ο ένας τον άλλον. Οι μητέρες κουβαλούσαν τα μωρά τους στην αγκαλιά τους. Τα εγγόνια κρατούσαν απ’ το χέρι τις γιαγιάδες τους, που ήταν χλωμές και δυσκολεύονταν να αναπνεύσουν. Όσοι ήταν άρρωστοι, μεταφέρονταν σε φορεία ή πάνω σε κουβέρτες”.
Δεν οδηγήθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό όπως πίστευαν αλλά στο Μπάμπι Γιαρ, δέκα λεπτά απόσταση, μια απόκρημνη χαράδρα στα δασώδη περίχωρα της πόλης, με το προσωνύμιο “Ελβετία της περιοχής”. Οι Sondercommando 4a, σχημάτισαν δύο γραμμές, και, αφού κατέγραφαν τους Εβραίους, έπαιρναν τα έγγραφα και τα τιμαλφή τους και τους διέταζαν να γδυθούν. Οδηγούνταν στις δύο γραμμές όπου τους χτυπούσαν με ρόπαλα υπό τις υλακές εξαγριωμένων σκυλιών. Κατόπιν σείρονταν ως το χείλος του φαραγγιού και θερίζονταν με πολυβόλα. Τα σώματά τους κατρακυλούσαν σε μια θάλασσα από νεκρούς και μισοπεθαμένους. Κάποιοι διατάχτηκαν να ξαπλώσουν μπρούμυτα πάνω στα πτώματα και στη συνέχεια εκτελέστηκαν. Παιδιά πυροβολήθηκαν, μωρά ρίχτηκαν ζωντανά στη χαράδρα. Οι Ναζί τήρησαν λεπτομερή αρχεία. Μέσα σε δυό μέρες, στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου δολοφονήθηκαν συνολικά 33.771 Εβραίοι. Ήταν η μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων σε σοβιετικό έδαφος, αν και όχι η μόνη. Συνολικά 2,5 εκατομμύρια εβραίοι θα βρουν το θάνατο στη διάρκεια του πολέμου στη Σοβιετική Ένωση. Ήταν το λεγόμενο “Ολοκαύτωμα με σφαίρες”. Οι άνθρωποι δολοφονούνταν ένας ένας, μέρα μεσημέρι, λίγα χιλιόμετρα απ’ το σπίτι τους, συχνά με τη συνεργασία των γειτόνων τους. Σε αυτά τα πεδία θανάτου δεν έφτασαν ποτέ τα στρατεύματα των δυτικών κι έτσι μια ομίχλη τα κάλυψε. Ούτε φωνές επιζώντων ακούστηκαν στα μεταπολεμικά χρόνια – επειδή δεν υπήρξε κανένας επιζών.
Το Μπάμπι Γιαρ χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εκτελέσεων τα επόμενα δυό χρόνια της γερμανικής κατοχής. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος, εκτιμάται ότι δολοφονήθηκαν 30.000 Εβραίοι επιπλέον και περίπου 30.000 ακόμα άνθρωποι (Ρομά, ουκρανοί, σοβιετικοι αιχμάλωτοι πολέμου, ασθενείς από το τοπικό ψυχιατρείο), ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των νεκρών του Μπάμπι Γιαρ σε 100.000. Τον Αύγουστο του 1943 οι ναζιστικές δυνάμεις προσπάθησαν να κρύψουν τα ειδεχθέστερα εγκλήματά τους, αποτέφρωσαν τα σώματα, συνέθλιψαν τα οστά, τα σκόρπισαν στην περιοχή αναμεμιγμένα με άμμο. Μερικά απ’ αυτά, όπως ειπώθηκε αργότερα, χρησιμοποιήθηκαν ως λίπασμα στους γύρω κήπους.
Ο σπουδαίος σοβιετοεβραίος συγγραφέας Βασίλι Γκρόσμαν, γεννημένος στην Ουκρανία, άρχισε να ερευνά και να γράφει για το έγκλημα. “Στην Ουκρανία δεν υπάρχουν πια Εβραίοι… Ακινησία. Σιωπή.” Το άρθρο του με τίτλο “Η Ουκρανία χωρίς Εβραίους” απορρίφθηκε από την εφημερίδα του Κόκκινου Στρατού στην οποία εργαζόταν, το δημσίευσε περιορισμένα μόνος του στα γίντις. Και παρότι ο Στάλιν, προκειμένου να προσελκύσει διεθνή υποστήριξη και χρηματοδότηση, έφτιαξε εκείνη την περίοδο την Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή στην οποία συμμετείχε ενεργά και ο Γκρόσμαν, απαγόρεψε δια στόματος Ζντάνοφ την έκδοση του βιβλίου του Μαύρη Βίβλος. Οι αναφορές του για τη συνεργασία σοβιετικού πληθυσμού με τους Ναζί “θα μείωναν τη βασική κατηγορία εναντίον των γερμανών”. Πρόλαβαν να τυπωθούν μόνο 33 αντίτυπα, κι αυτά μέχρι που η ετυμηγορία έγινε οριστική το 1947: το βιβλίο περιλαμβάνει σοβαρά “πολιτικά λάθη”, μεταξύ των οποίων ο διαχωρισμός μεταξύ των εβραϊκών δεινών από τη σοβιετική τραγωδία. Η Μαύρη Βίβλος, συνέχιζε η ετυμηγορία, θα μπορούσε να οδηγήσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ο αντισημιτισμός καθεαυτός αποτελούσε βασικό παράγοντα της ανόδου του φασισμού. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να ισχύει, αφού ο φασισμός, σύμφωνα με το μαρξισμό – λενινισμό, είναι το έσχατο στάδιο του καπιταλισμού. Οι Εβραίοι δολοφονήθηκαν λοιπόν επειδή ήταν Σοβιετικοί. “Μη διαχωρίζετε τους νεκρούς!” ήταν η εντολή. Το 1948 πια, ούτε η Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή ήταν πλέον χρήσιμη και ξεκίνησε η εξολόθρευση των ηγετικών της μελών.
Στο Μπάμπι Γιαρ η σιωπή είναι απόλυτη. Πρώτα οι Ναζί κατέστρεψαν τα αποδεικτικά στοιχεία, και στη συνέχεια οι Σοβιετικοί κατέστρεψαν τη μνήμη. Και οι δυό μαζί επικύρωσαν την τέλεια συγκάλυψη.
Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 δεν μετέβαλε τη θέση του κόμματος. “Στην Ουκρανία μας δεν χρειαζόμαστε Εβραίους” φέρεται να δήλωσε ο διάδοχός του Νικίτα Χρουστσόφ, και το Μπάμπι Γιαρ περιήλθε σε μια κατάσταση σκιώδους ανυπαρξίας. Οι επισκέπτες που ζητούσαν να πάνε στη χαράδρα αποθαρρύνονταν. Οι οδηγοί ταξί τους αποβίβαζαν σε άλλα μέρη. Και εντέλει επινοήθηκε μια μονιμότερη λύση: η εξάλειψη του φαραγγιού από τη γη. Κατασκευάστηκε λοιπόν ένα φράγμα που πλημμύρισε το Μπάμπι Γιαρ με λάσπη και βρομόνερα από τα τοπικά εργοστάσια πλινθοποιίας. Μόλις θα κατακάθιζε η λάσπη, θα έφτιαχναν γήπεδο ποδοσφαίρου και πάρκο αναψυχής… Όμως το Μπάμπι Γιαρ δεν παραδινόταν έτσι αθόρυβα. Σαν να επιβεβαίωνε, τραγικά και κυριολεκτικά, τη θεωρία του Φρόιντ περί επιστροφής των απωθημένων, στις 13 Μαρτίου 1961 το φράγμα κατέρρευσε. Η λάσπη έθαψε τα πάντα, οι νεκροί έφτασαν τους 1500. Και λίγους μήνες αργότερα, ένας νεαρός ποιητής γεννημένος στη Σιβηρία, ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, άκουσε για όλα αυτά και ταξίδεψε στο Κίεβο για να δει τον τόπο σφαγής με τα μάτια του. “Ήξερα ότι δεν υπήρχε μνημείο, αλλά περίμενα να δω κάποιο αναμνηστικό σημάδι” είπε. Αντί γι’ αυτό, ανακάλυψε “μια κοινή χωματερή με απαίσια μυρωδιά”. Η εικοστή επέτειος της σφαγής πλησίαζε, και ο Γιεφτουσένκο, που δεν είχε καμιά σχέση με τον εβραϊσμό, την ίδια νύχτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, άρχισε να γράφει ένα καινούργιο ποίημα. Τιτλοφορημένο απλώς “Μπάμπι Γιαρ” το κείμενο καταδίκαζε το σοβιετικό αντισημιτισμό ως μακραίωνη μάστιγα. Ξεκινούσε με το στίχο:
“Πάνω απ’ το Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν”.
Οι επόμενοι στίχοι ανακαλούσαν μια σειρά από καταστροφές αντλημένες από το εβραϊκό παρελθόν. Από την περιπλάνηση στις ερήμους της Αρχαίας Αιγύπτου ως τη σταύρωση του Χριστού, τις δίκες του Ντρέιφους και τον τρόμο που βίωσε η Άννα Φρανκ. Αλλά η πιο ριζοσπαστική διάσταση του ποιήματος ήταν η ανεπιφύλακτη κριτική του ρώσικου αντισημιτισμού. Εδώ ο προεπαναστατικός τσαρικός αντισημιτισμός συνδέθηκε με τον σύγχρονο με προκλητικό τρόπο. Υπάρχουν αναφορές στο αιματοβαμμένο πογκρόμ του Μπιαλιστόκ το 1906, ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που βλέπει τη μητέρα του να δέχεται επίθεση από άντρες που μυρίζουν βότκα και κρεμμύδια. Και στους ακροτελευταίους στίχους το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει μια ριζοσπαστική πανσοβιετική ταύτιση με τους δολοφονημένους Εβραίους στη χαράδρα.
19 Σεπτεμβρίου 1961 το ποίημα δημοσιεύτηκε. Ο εκδότης της εφημερίδας που το δημοσίευσε απολύθηκε την άλλη μέρα, το Μπάμπι Γιαρ καταγγέλθηκε ως μπουρζουάδικο, παραποίηση της ιστορίας και επαίσχυντη προδοσία, αλλά τα αντίτυπα έγιναν ανάρπαστα στα περίπτερα όλης της χώρας, το ποίημα έγινε διάσημο μέσα σε ώρες. ‘Ενας αναγνώστης, φίλος του συνθέτη Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, αυτού του τραγικού ανθρώπου, του έδωσε το ποίημα. Έξι μηνες αργότερα, ο συνθέτης τηλεφώνησε στον έκπληκτο Γιεφτουσένκο και του είπε “αν δεν έχεις αντίρρηση, η μουσική είναι έτοιμη”. Ο τεράστιος συνθέτης, που είχε πολλά προβλήματα με το σταλινικό καθεστώς μετά την παρουσίαση της όπεράς του Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ το 1936, που έζησε για μήνες με μια έτοιμη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα του περιμένοντας κάθε βράδυ να τον συλλάβει η μυστική αστυνομία, που είχε εξαναγκαστεί πολλές φορές σε δηλώσεις και υπογραφές επιστολών με τις οποίες διαφωνούσε, και τελευταία είχε κάνει τον έσχατο πολιτικό συμβιβασμό να γίνει μέλος του κόμματος, έκανε μέσω της Δέκατης Τρίτης Συμφωνίας του έκκληση για αποκατάσταση της ηθικής, επιτέλους. Χρησιμοποιώντας το απερίφραστο κείμενο του Γιεφτουσένκο, μπόρεσε αυτή τη φορά να μιλήσει ευθέως μέσα από τη μουσική για το φόβο μέσα του. Γράφει στον Γιεφτουσένκο: “Διαβάζοντας το Μπάμπι Γιαρ ένιωσα κάτι σαν αναγέννηση. Βρίσκομαι και πάλι υπό την εξουσία ενός χρέους – ενός χρέους που πρέπει να εκπληρώσω – του χρέους προς τη συνείδησή μου. Νομίζω ότι πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για τη συνείδηση. Έχει λησμονηθεί αλλά πρέπει να τη θυμόμαστε. Πρέπει να της προσφερθεί η θέση που της αξίζει στις καρδιές των ανθρώπων”…
Αρχικά ακούγεται ο απελπισμένος ήχος μιας μοναχικής καμπάνας και οι θρηνητικοί τόνοι των ξύλινων πνευστών. Η μουσική ανεβαίνει και κατεβαίνει, τα χάλκινα προσδίδουν μια αίσθηση ανησυχίας και αναστάτωσης. Μια χορωδία βαρύτονων ψάλλει “Πάνω απ’ το Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν“, μεταφέροντας τη σοβαρότητα ενός θρησκευτικού τελετουργικού. Στη συνέχεια ο βαρύτονος σολίστας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο “Τώρα φαντάζομαι πως είμαι Εβραίος” με προφητική ένταση. Στη μέση του πρώτου μέρους επιστρέφουν οι βασανιστικές φράσεις της αρχής…. Το τελευταίο κομμάτι του πρώτου μέρους αποκτά μια απόκοσμη, απειλητική χροιά, καθώς είμαστε στον τόπο της σφαγής με τα άγρια χόρτα και τα απειλητικά δέντρα.
“Τίποτα μέσα μου δεν μπορεί να ξεχάσει” αναφωνεί ο βαρύτονος, ενώ ηχούν πένθιμες οι καμπάνες. Η χορωδία επανέρχεται, αυξάνοντας την ένταση: “Μόνο όταν κι ο τελευταίος αντισημίτης θα ‘χει πεθάνει και ταφεί / μπορεί η Διεθνής να ηχήσει βροντερή“.
Και καταλήγει στην έκρηξη της βαθιάς ενσυναίσθησης προς τα θύματα:
Και γίνομαι κι εγώ μια ατέλειωτη άηχη κραυγή…
Γίνομαι ο κάθε γέροντας που σκοτώθηκε εδώ…
Αίμαι εβραϊκό δεν κυλάει στις φλέβες μου
μα όλοι οι αντισημίτες που αφρίζουν από άσπλαχνη οργή
σαν να ‘μουνα Εβραίος με μισούν.
Η 13η Συμφωνία έγινε όχημα της αναγεννημένης συνείδησης που παίρνει “τη θέση που της αξίζει στις καρδιές των ανθρώπων”. Ταυτόχρονα όμως, αμφισβητώντας τις επίσημες αφηγήσεις της μνήμης του πολέμου, έγινε κάτι περισσότερο από όχημα συνείδησης, κάτι περισσότερο από μνημείο. Έγινε απειλή. Ο Χρουστσόφ ζήτησε ακύρωση της πρεμιέρας. Δεν είμαστε αντισημίτες, είπε, παρότι λίγο πριν είχε αποδώσει την ουγγρική εξέγερση στους… Εβραίους. Ο βαρύτονος σολίστας δήλωσε άρρωστος. Ο αντικαταστάτης του είχε ειδοποιηθεί να μην πάει, και πέρασε τυχαία. Ο Σοστακόβιτς άλλαξε μερικούς στίχους από το δεύτερο μέρος, κάνοντάς τους πιο ήπιους. Τα τηλεοπτικά συνεργεία διατάχθηκαν να αποχωρήσουν. Στους δρόμους γύρω από την αίθουσα περιπολούσαν στρατός και αστυνομία. Στο τέλος όμως, οι επευφημίες επεκτάθηκαν και έξω από την αίθουσα. “Ο Σοστακόβιτς έγινε πάλι ένας από εμάς” είπε η πιανίστρια Μαρία Γιούντινα. “Αυτή η μουσική περιέχει όλη τη ζωή μας” είπε ο διάσημος τσελίστας Ροστροπόβιτς.
Αργότερα ο Γιεφτουτσένκο άλλαξε κάποιους στίχους, αλλά ο Σοστακόβιτς δεν φοβόταν πια. Δεν ενσωμάτωσε τις αλλαγές και πρόλαβε να κάνει μερικές συναυλίες, μέχρι την ολοκληρωτική απαγόρευση της 13ης Συμφωνίας. Το 1970 το Μπάμπι Γιαρ έγινε όντως πάρκο αναψυχής, εξαφανίστηκαν επιτέλους η χαράδρα και οι μνήμες, ενώ αργότερα, στήθηκε εκεί ένα μνημείο με λάθος μνήμες: “οι γερμανοί φασίστες εκτέλεσαν εδώ 100.000 πολίτες του Κιέβου και σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου”, έλεγε. Αλλά ο Ροστροπόβιτς είχε βγάλει ένα αντίτυπο της 13ης στο εξωτερικό. Το 1983 παίχτηκε από τη Φιλαρμονική του Δυτικού Βερολίνου, ανοίγοντας ένα παραθυράκι στην αναμέτρηση με το παρελθόν. Από τότε, η 13η παίζεται σε όλο τον κόσμο, παρότι στην Αυστρία δεν έχει ακουστεί ποτέ ούτε μια νότα της, και στη Ρωσία η πραγματική 13η Συμφωνία εκδόθηκε μόλις το 2006. Στο Μπάμπι Γιαρ έχουν ανεγερθεί πλέον πολλά μνημεία, ανάμεσά τους και κάποιο για τα εβραϊκά θύματα. Η χαράδρα όμως δεν υπάρχει, το πάρκο αναψυχής λειτουργεί κανονικά, να, ένα ζευγάρι κάνει ηλιοθεραπεία, κάποιοι παίζουν φρίσμπι.
“Η λήθη της εξόντωσης είναι μέρος της ίδιας της εξόντωσης” έγραψε κάποτε ο κοινωνιολόγος Ζαν Μποντριγιάρ και φάινεται πως ο Σοστακόβιτς συμφωνούσε διαισθητικά μαζί του.] Εμείς;
—————————————–
[Το 2014 η αμφισβήτηση των κρατικών ιερών μύθων έγινε ποινικό αδίκημα στη Ρωσία. Το 2022, την περίοδο που γραφόταν το βιβλίο Η ηχώ του χρόνου, ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία. Ανάμεσα στους πρώτους στόχους που επλήγησαν ήταν ο πύργος της τηλεόρασης στην περιοχή της σφαγής του Μπάμπι Γιαρ και ένα κτίριο που προοριζόταν για το Μουσείο του Ολοκαυτώματος. Η μουσική όμως παραμένει ανέγγιχτη. Η 13η Συμφωνία αντέχει ως καταφύγιο της συνείδησης, μια πανίσχυρη κατάθεση σε έναν κόσμο που παραμορφώνεται από τη σιωπή. Το πιο άφθαρτο μνημείο υψώθηκε μέσα από το κενό εκείνο το βράδυ του 1962, που η χορωδία τραγούδησε μέσα στη Μόσχα
“Πάνω απ’ το Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν“.]
Πηγές
Η ηχώ του χρόνου, του Jeremy Eichler, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. ΜΙΕΤ. Όλο το κείμενο, και οι φωτογραφίες, είναι αναδημοσίευση από το βιβλίο, σε συρραφή και επιμέλεια της υπογράφουσας. Το βιβλίο δεν περιορίζεται στο Μπάμπι Γιαρ. Είναι ένα μοναδικό βιβλίο σε εξαιρετική έκδοση που η ανάγνωσή του συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Σχετικές Polaroid stories