(της Γεωργίας Κανελλοπούλου)

Η Φελίσα Μπουρστίν (1933, Μπογκοτά – 1982, Παρίσι) ήταν εικαστικός, πρωτοπόρος της κινητικής τέχνης και της γλυπτικής από παλιοσίδερα (junk art), στην Κολομβία. Μια καλλιτέχνιδα που έφερνε πάντα κάτι καινούργιο, δούλευε με ευτελή υλικά, έμαθε να κάνει ηλεκτροσυγκολλήσεις, έδωσε μηχανική κίνηση στα έργα της, τα αφιέρωνε σε διάφορους τύπους περίεργους για τη συντηρητική κλειστή Μπογκοτά, Φόρος τιμής στον Γκάντι το ένα, Φόρος τιμής στον Φράνσις Μπέικον το άλλο… Τα έβαλε με όλους, σε καλλιτεχνικό, προσωπικό και πολιτικό επίπεδο τα έβαλε με όλους. Η εβραϊκή κοινότητά της την απέρριψε, η οικογένειά της μάλιστα οργάνωσε την ψευδοκηδεία της όταν η Φελίσα άφησε τον άντρα της να φύγει με τις κόρες τους – ναι, τότε, που της έσπασε το χέρι για να μη ζωγραφίζει πια και να μένει στο σπίτι για τα οικιακά… Βέβαια, η οικογένεια και η κοινότητα και οι κόρες της τη δέχτηκαν ξανά. Η Κολομβία όμως, η Κολομβία των εμφύλιων πολέμων, του μίσους, των δικτατοριών και των άγριων αντάρτικων, όχι. Κι αυτή πάντα ξαναγύριζε, εκεί ήταν τα υλικά της, εκεί ήταν η έμπνευσή της, νομίζω. Και η χώρα την έδιωχνε ξανά. Ηταν κοσμοπολίτισσα η Φελίσα αλλά η θλίψη της που η χώρα της τής φέρθηκε έτσι, τη φυλάκισε, την ανάγκασε να εξοριστεί, ήταν ανείπωτη. 

Η Μαρζάν Σατραπί (1969, Τεχεράνη – 2026, Παρίσι) ήταν συγγραφέας, σκιτσογράφος, σκηνοθέτιδα, από το Ιράν. Μια γυναίκα που έφυγε από το Ιράν δύο φορές, μία κατ’ εντολή της οικογένειάς της, για να σωθεί από τον παραλογισμό του θεοκρατικού καθεστώτος, και μία αργότερα, όταν γύρισε, παντρεύτηκε, κατάλαβε πού εγκλωβίζεται κι έφυγε πάλι. Η Μαρζάν έγραψε το βιβλίο – κόμικ Persepolis, την ιστορία της αθλιότητας της ισλαμικής επανάστασης μέσα από την προσωπική της ιστορία, ένα βιβλίο που την έκανε παγκοσμίως γνωστή, βραβεύτηκε πολλές φορές, απαγορεύτηκε φυσικά στη χώρα της ως προσβλητικό για τις “ιρανικές αξίες”, αλλά και σε άλλες χώρες προκαλεί με την αθυροστομία του και τη βία που περιγράφει, λες και το πρόβλημα δεν είναι η βία αυτή καθαυτή αλλά η απεικόνισή της!! Η Μαρζάν δεν σταμάτησε να γράφει, να γυρίζει ταινίες, να μιλάει διαρκώς για τη χώρα της, για την καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες, για τις διώξεις και τις εκτελέσεις των αντιφρονούντων. Μία αυτοεξόριστη κι αυτή.

Μαρζάν: Ήμουν Δυτική στο Ιράν και Ιρανή στη Δύση. Δεν είχα ταυτότητα. Δεν ήξερα καν πια γιατί ζούσα.

Φελίσα: Για μένα, η γλυπτική δεν έχει όρια, δεν έχει κανόνες και μας προτείνει χιλιάδες θαυμαστά πράγματα. Εμένα αυτό με συγκινεί: να πειραματίζομαι, να φτιάχνω πράγματα που δεν έχουν ξαναγίνει. Ναι, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως η γλυπτική πρέπει να παριστάνει ένα πρόσωπο. Εγώ πιστεύω πως αυτό ανήκει στο παρελθόν, χώρια που, αν θέλετε να μάθετε, ποτέ δεν μ’ άρεσαν τα μνημεία σε μορφή αγάλματος. Τα αγάλματα χρειάζονται για να χέζουν τα περιστέρια. 

Μαρζάν: Όταν φοβόμαστε, χάνουμε κάθε αίσθηση ανάλυσης και αντανάκλασης. Ο φόβος μάς παραλύει. Άλλωστε, ο φόβος ήταν πάντα η κινητήριος δύναμη πίσω από την καταστολή κάθε δικτάτορα.

Φελίσα: Τι να πω για το φόβο που επικρατεί στην Κολομβία… Είναι μια χώρα πολύ πουριτανική, και πολύ καταπιεσμένη. Στην έκθεσή μου Τα κρεβάτια πληροφορήθηκα ότι κάποιοι έβαλαν τα κλάματα, ενώ άλλοι σήκωναν τα σεντόνια να δουν τι υπήρχε από κάτω. Αλλά όλα αυτά είναι μια χαρά, μ’ αρέσει ένα έργο να έχει αντιδράσεις. Η κολομβιανή κοινωνία, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να είναι πολύ υποκριτική, και κάπου πρέπει να ταράζουμε τα πράγματα. (Δημοσιογράφος: Ναι, αλλά τα κρεβάτια σας κινούνται!!). Φελίσα: Ας υπάρχει και κάτι που κινείται σ’ αυτή τη χώρα. 

Η Φελίσα πέθανε στο Παρίσι, λίγο πριν τα 60 της χρόνια, σε ένα εστιατόριο που έτρωγε με φίλους, μεταξύ αυτών ο αγαπημένος της φίλος από πολύ παλιά, διάσημος πια μα αυτοεξόριστος τώρα κι ο ίδιος, ο Γκάμπο της. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Που έγραψε την άλλη μέρα στην εμβληματική του νεκρολογία για τη φίλη του: “πέθανε από θλίψη.”

Σχεδόν μισό αιώνα μετά, πέθανε η Μαρζάν, κι εκείνη στο Παρίσι, κι εκείνη λίγο πριν τα 60, στα 56 της χρόνια. Η οικογένειά της δήλωσε λιτά και συγκλονιστικά ότι “πέθανε από θλίψη”, αφού είχε χάσει τον έρωτα της ζωής της, ίσως και την ελπίδα για ένα ελεύθερο Ιράν.  

Φελίσα: Η τέχνη δεν έχει αποστολή. Αν ένα έργο υπηρετεί κάποια αποστολή, τότε είναι κακή τέχνη. Αλλά είναι αναπόφευκτο ν’ ασκεί κριτική, και πάντα η κριτική θα ενοχλήσει κάποιους. Κι αν δεν τα βάλει με το απαγορευμένο, ποιος θα το κάνει; Δεν έχει σημασία αν ο σκοπός είναι πολιτικός ή ερωτικός: η τέχνη είναι ένας τρόπος ομιλίας για πράγματα για τα οποία δεν μπορείς να μιλήσεις αλλιώς. 

Μαρζάν: Δεν είμαι πολιτικός. Δεν ξέρω πώς να λύσω τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ως καλλιτέχνης, έχω ένα καθήκον: να κάνω ερωτήσεις.

Και οι δυό τους με το τσιγάρο στο χέρι. Αθυρόστομες. Με βαθιά αγάπη μέσα τους για τους ανθρώπους. Με βαθύ πόνο για τον τόπο τους. Και οι δυό τους πρωτοπόρες. Αντισυμβατικές. Ο φεμινισμός και η ισότητα μοιάζει να ήταν γι’ αυτές ο μόνος τρόπος να υπάρξουν στον κόσμο. Η αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης διαπερνούσε όλο το έργο τους, η μία το έκανε με τον θόρυβο των σκουριασμένων μετάλλων της, η άλλη με το χιούμορ και την ειλικρίνεια του σκίτσου της. 

Μαριάν: «Πάντα πίστευα ότι αν τα μαλλιά των γυναικών δημιουργούσαν τόσα πολλά προβλήματα, ο θεός θα μας είχε πλάσει φαλακρές.»

Φελίσα: «Σε μια χώρα γεμάτη φαλλοκράτες (machistas), κάνε την τρελή! Πήρα αυτή την κατηγορία περί τρελής και επέμεινα σε αυτήν. Έγινε η δύναμή μου.»

Δυό γυναίκες από διαφορετικές ηπείρους, εποχές και κουλτούρες, με έναν κοινό παρονομαστή: έκαναν τη δημιουργικότητά τους όπλο ελευθερίας, αναγκάστηκαν να ζήσουν σε άλλους τόπους, και είχαν ένα θάνατο που η ιατρική μπορεί να κατέγραψε ως ανακοπή αλλά η ιστορία τον ονόμασε “θλίψη”. Η θλίψη όμως δεν είναι ήττα. Τα σίδερα της Φελίσα συνεχίζουν να φωνάζουν ενάντια στην πατριαρχία και τη βία και οι ασπρόμαυρες σελίδες της Μαρζάν συνεχίζουν να φωνάζουν τι σημαίνει ελευθερία. 

Διαβάστε οπωσδήποτε

  1. Τα ονόματα της Φελίσας, Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, μτφρ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. ‘Ικαρος 
  2. Persepolis, Μαρζάν Σατραπί, μτφρ. Ν. Χατζόπουλος, εκδ. Οξύ

Δείτε

Πώς η Φελίσα στη συλλογή της Υστερικές (1968) μετέτρεψε τον θόρυβο και τη “νευρικότητα” των μετάλλων σε φεμινιστική κριτική για την καταπίεση των γυναικών, χρησιμοποιώντας μοτεράκια από πικάπ:

Και εδώ μια αναδρομή με τη Μαρζάν Σατραπί στο Persepolis: 

 

Σχετικές Polaroid Stories

 

Ιρανές ποιήτριες, γυμνές σαν μαχαίρια

 

Τρεις ψηλές γυναίκες

Η γιαγιά του Πολ Γκογκέν